Wallace Stevens, Τέσσερα ποιήματα

Όχι ιδέες για το πράγμα,
αλλά το πράγμα καθαυτό
Στο πρώτο τέλειωμα του χειμώνα,
Το Μάρτη, μια κοκκαλιάρικη κραυγή απέξω
Φαινόταν σαν ήχος μες στο νου του.
Τό ’ξερε πως την άκουσε,
Μία κραυγή πουλιού την αυγή ή νωρίτερα,
Στον αγέρα των αρχών του Μάρτη
Ο ήλιος ανέτελλε στις έξι,
Όχι πια ένα τσακισμένο λοφίο πάνω απ’ το χιόνι
Απ’ έξω θά ’ταν.
Δεν ερχόταν απ’ την αχανή εγγαστριμυθία
Του ξέθωρου παπιέ-μασέ του ύπνου
Απ’ έξω ερχόταν ο ήλιος.
Εκείνη η κοκκαλιάρικη κραυγή – ήταν
Ένας σολίστ που το σολ του προηγούνταν του συνόλου.
Ήταν τμήμα του κολοσσιαίου ήλιου,
Περικυκλωμένο από τη χορωδό του άλω,
Μακριά ακόμα. Ήταν σαν
Μια νέα γνώση της πραγματικότητας.

*

Η περιοχή Νοέμβρης

Δύσκολο είναι ν’ ακούς το βοριά ξανά,
Να βλέπεις τις δεντροκορφές που λυγούν
Βαθιά λυγούν, και ηχηρά, με μια προσπάθεια
Τόσο μικρότερη απ’ την αίσθηση, τόσο πιο λίγη απ’ τη μιλιά
Λέγουν και λέγουν, όπως λέγουνε τα πράγματα,
Στο επίπεδο εκείνου που δεν είναι ακόμα γνώση:
Μια αποκάλυψη δίχως πρόθεση ακόμα.
Επικριτής μοιάζει του Θεού, του κόσμου
και της φύσης του ανθρώπου, που σκεφτικός κάθεται
στον ρημαγμένο της ερημιάς του θρόνο.
Βαθύτερα, βαθύτερα, ηχηρότερα, ηχηρότερα,
Τα δέντρα λυγούν, λυγούν, λυγούν.
Το ποίημα που πήρε τη θέση ενός βουνού
Ήταν εκεί, λέξη προς λέξη,
Το ποίημα που πήρε τη θέση ενός βουνού.
Αυτός ανέπνεε το οξυγόνο του,
Ακόμα και με το βιβλίο ανάποδα, στη σκόνη
του τραπεζιού του.

*

Του θύμιζε πως είχε ανάγκη

Ένα μέρος για να μεταβεί με τη δική του κατεύθυνση,
Πως είχε ανασυνθέσει τα πεύκα,
Μετακινήσει τα βράχια και βρει το δρόμο του στα σύννεφα,
Για τη θεώρηση που θα ήταν ορθή,
Όπου θα ήταν πλήρης σε μια ανεξήγητη πληρότητα:
Τον ακριβή βράχο όπου οι ανακρίβειές του
Θα ανακάλυπταν επιτέλους αυτό που πλησίαζαν, τη θέα
στην άκρη,
Όπου θα ξάπλωνε, και κοιτώντας τη θάλασσα κάτω,
Θα αναγνώριζε το μοναδικό και μοναχικό του σπίτι.

*

Ο κόσμος ως στοχασμός

Πολύ καιρό ξόδεψα ασκούμενος στο βιολί μου, ταξιδεύοντας. Αλλά τη βασική άσκηση του συνθέτη, τον στοχασμό, τίποτε δεν την σταμάτησε μέσα μου ποτέ. Ζω σ’ ένα μόνιμο όνειρο, που ούτε νύχτα ούτε μέρα δεν σταματά.

Georges Enesco

Ο Οδυσσέας είναι που σιμώνει απ’ την Ανατολή,
Ο ατέρμονος πλάνης; Τα δέντρα επιδιορθώνονται.
Εκείνος ο χειμώνας ξεπλένεται. Κάποιος κινείται
Στον ορίζοντα και υψώνεται από πάνω του.
Μια μορφή φωτιάς πλησιάζει τα εμπριμέ υφάσματα
της Πηνελόπης,
Που μόνη η άγρια παρουσία της ξυπνά τον κόσμο
στον οποίο κατοικεί.
Τόσον καιρό, συνέθεσε έναν εαυτό με τον οποίο
να τον καλωσορίσει,
Του εαυτού του σύντροφο για αυτή, που τον φαντάστηκε,
Οι δυο σε μια καταφυγή βαθιά θεμελιωμένη, φίλος και φίλος
ακριβός.
Τα δέντρα είχαν επιδιορθωθεί, ως βασική άσκηση
Σε έναν μη ανθρώπινο στοχασμό, μεγαλύτερο της.
Δεν την πρόσεχαν τη νύχτα ανέμοι σαν σκυλιά.
Τίποτε δεν ήθελε που δεν μπορούσε να της φέρει ερχόμενος
μόνος.
Δεν ήθελε λάφυρα. Τα χέρια του θα ήταν το περιδέραιό της,
Κι η ζώνη της, η απώτατη τύχη της επιθυμίας τους.
Ήτανε όμως ο Οδυσσέας; Ή ήταν μονάχα η θέρμη του ήλιου
Στο μαξιλάρι της; Η σκέψη παλλόταν διαρκώς μέσα της
σαν την καρδιά της.
Οι δυο παλλόντουσαν διαρκώς μαζί. Ήταν μόνο μέρα.
Ήταν ο Οδυσσέας, και δεν ήταν. Κι όμως, είχαν συναντηθεί,
Φίλος και φίλος ακριβός και ενός πλανήτη η ενθάρρυνση.
Το βαρβαρικό σθένος μέσα της δεν θα ατονούσε ποτέ.
Θα μιλούσε λίγο στον εαυτό της καθώς χτενιζόταν,
Το όνομά του επαναλαμβάνοντας, με τις υπομονετικές του
συλλαβές,
Χωρίς να τον ξεχνά ποτέ αυτόν, που όλο πλησίαζε κοντύτερα.

*Μετάφραση: Αντώνης Μπαλασόπουλος

**Από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/wallace-stevens/

Leave a comment