Γωγώ Πονηράκου, Δύο ποιήματα

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Τις πιο οριστικές αλήθειες
τις μοιράζομαι με ξένους,
γιατί έχουν ευθύβολα μάτια και
θαρρετά αυτιά
Μετά μετανιώνω,
έγιναν αμέσως
δικοί μου

-σαν
τους φόβους.-

Αλλά,
για λίγο,
όσο έμοιαζαν ερευνητές,
που παρατηρούν
το άγνωστο πλάσμα,
μπόρεσα να πω
το ακριβές που είχα στο μυαλό μου
και να το φτύσω
στο κέντρο της παλάμης
σαν μπουκιά που μου
κάθισε
στον λαιμό

*

ΣΥΓΓΕΝΗΣ Η ΘΛΙΨΗ

Δεν έγινε βιαστικά
την προετοίμαζε καιρό,
το χιούμορ χάραζε το μισό του πρόσωπο
το υπόλοιπο το διέτρεχε μια γαλήνη ανυπόκριτη
σαν μάσκα κλόουν
ένα αγκίστρι τραβούσε το στόμα προς τα κάτω
παραμορφωμένος και γελούσε που
δεν την καλοδέχτηκε κανείς για όσο φορέθηκε
αυτή η μάσκα
συμπλήρωσε τα εξήντα και
έφυγε, μέσα στον ύπνο του σαν ανέκδοτο
οι καθρέφτες καλύφθηκαν με λευκά πανιά
το σπίτι μύριζε λιβάνι, ίσως δυόσμο

Ο αποχαιρετισμός ήταν κλαυσίγελως
ανάμεικτος με ντροπή,
αγάπη και ειλικρίνεια.

*Από τη συλλογή “Έξζιτ”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Leave a comment