Ocean Vuong, Κατώφλι

Μέσα στο σώμα, εκεί που καθετί έχει κι ένα τίμημα,
ήμουν ζητιάνος. Στα γόνατα,
 
παρατηρούσα απ’ τη σχισμή, όχι
τον άντρα να πλένεται, μα τη βροχή
 
να τον διασχίζει: χορδές κιθάρας να σπάνε
πάνω στους στρογγυλούς του ώμους.
 
Τραγουδούσε, γι’ αυτό
το θυμάμαι. Η φωνή του-
 
με γέμισε απ’ άκρο σ’ άκρο
σαν σκελετός. Ακόμα και τα’ όνομά μου
 
γονάτισε βαθιά μου, ζητώντας
να το λυπηθώ.
 
Τραγουδούσε. Μονάχα αυτό θυμάμαι.
Διότι μέσα στο σώμα, εκεί που καθετί έχει κι ένα τίμημα,
 
ήμουν ζωντανός. Δεν ήξερα ότι
υπήρχε ένας καλύτερος λόγος.
 
Ότι ένα πρωί, ο πατέρας μου θα στεκόταν
-μαύρο πουλάρι σαστισμένο στον κατακλυσμό-
 
και θ’ αφουγκραζόταν τη σφιγμένη μου ανάσα
πίσω από την πόρτα. Δεν ήξερα ότι το τίμημα
 
εισόδου στο τραγούδι – είναι να χάσεις
τον δρόμο του γυρισμού.
 
 Κι έτσι μπήκα. Κι έτσι έχασα.
Έχασα τα πάντα με μάτια
 
διάπλατα.

*Από τη δίγλωσση έκδοση “Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου”, Εκδόσεις Gutenbnerg,. 2020. Mετάφραση: Δημήτρης Μαύρος.

Leave a comment