Σάκος του μποξ -Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώ- πους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν σπουργίτια-Ζητούσαν ψωμί-Σε μπαλκόνια-Περβάζια-Τα σύραν’ στο Τμήμα-Με βραχιόλια-Πισθάγκωνα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν τους ίσκιους-Που ’χουν σπίτια παγκάκια-Τους πήγαν στο Τμήμα-Με βραχιόλια-Πισθάγκωνα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ -Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν παιδιά-Που πετάνε στους τοίχους-Να τα βλέπουν τουρίστες-Τα κλείσαν’ σε πάρκα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Τ’ αδέρφι σωπαίνει-
*
Ένα ποτήρι γάλα με μια μύγα -Στο Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Τίποτα-Πνιχτές φωνές-Βρισίδια-Και μπουνίδια-“Ε- σύ ’σαι- Ρε τσογλάνι-Που σουφρώνεις στην περιοχή τα δια- μερίσματα-Θα φτύσεις τ’ άντερά σου-Για να μας πεις -Πού τα ’χεις καβατζώσει-Τα κλοπιμαία-Και τα χρήματα”-Αλλά ο διπλανός για το Αυτόφωρο-Τα τακτοποιεί τα φλέγοντα ζητήματα-“Ένα παιδάκι είναι-Σκαρφαλωμένο στο μπαλκόνι της δικιάς του-Πρώτος όροφος-Αφήνει ανθοδέσμη κι ένα ποίημα–Οι μπάτσοι του την πέφτουν-Πως είναι συμμορία-Μπουκάρει στο διαμέρισμα-Ξυπνάει κι η δικιά του-Απ’ τον τρόμο-Και τα βήματα-Κι εκείνος βγαίνει στο διάδρομο-Αρπάζει έναν πυροσβεστήρα-Και λούζει-Όποιον κι αν βρεθεί στου δρόμου του τη μοίρα-Όταν με φέρνουν-Τον βλέπω-Με μια στρατιά από μπάτσους στον αφρό-Κι ενοίκους απ’ την πολυκατοικία-Όλοι τους άσπροι-Ένα ποτήρι γάλα με μια μύγα-Αυτός να αντιστέκεται με πείσμα-Μαζί τους και η δικιά του-Να εξηγεί για ανθοδέσμες και για ποιήματα-Αλλά οι μπάτσοι βρίσκουνε σε αυτόν-Το κελεπούρι-Για να ξεσπάσουν της εξουσίας τα ανομήματα”-Στο Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Τίποτα-Πνιχτές φωνές-Βρισίδια-Και μπουνίδια-“Εσύ ’σαι- Ρε τσογλάνι-Που σουφρώνεις στην περιοχή τα διαμερίσματα-Θα φτύσεις τ’ άντερά σου-Για να μας πεις- Πού τα ’χεις καβατζώσει-Τα κλοπιμαία-Και τα χρήματα”
*
Κανένας -Σε κολαστήριο γηροκομείο-Ιδιοκτήτες και νοσηλευτές χτυπούν τα γερασμένα χρόνια-Νύχτα-μέρα-Τα δένουν στην καρέκλα-Τα έχουν σε ακαθαρσίες και σκουπίδια-Τα ταΐζουν τρόφιμα φρικτά μαγειρεμένα-Χωρίς να σκιάζονται απ’ την ύβρι-Πως βασανίζουν τα γερασμένα χρόνια-Που αν τα καταφέρουν να ξεπεράσουν της ζωής δυστυχήματα και αρρώστιες-Κι αυτοί θα συναντήσουν-Μα ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο-Και το αρμόδιο αργοκίνητο υπουργείο-Θα κλείσει το γηροκομείο-Με εισαγγελέα-Μπάτσους-Κανάλια που μουγκρίζουν-Και στέλνει να τα πάρουν ασθενοφόρα-Για να τα μεταφέρουν σε άλλο θλιβερό γηροκομείο-Με στοιχειώδη τουλάχιστον συμπόνοια-Ύστερα καλεί τους συγγενείς τους-Να παραστούν στη δύσκολη αυτή ώρα-Μα από τους συγγενείς δεν εμφανίζεται κανένας-Θα μεταφερθούν με συνοδούς μονάχα-ΕΚΑΒίτες-Και πλακωμένη την ψυχή τους με μια πέτρα- Αλλά κι αυτή η ώρα θα περάσει-Όπως τα γερασμένα χρόνια το γνωρίζουν-Δεν θα την σταματήσει και η πιο τρομερή ημέρα-
*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, 2025.
