Φρανσουὰ Βιγιὸν (Παρίσι, 1431 – 1463 [χάνονται τὰ ἴχνη του])

Ἀριστερά, αὐτοπροσωπογραφία τοῦ Κώστα Καρυωτάκη δημοσιευμένη στὸ ἐξώφυλλο τοῦ περιοδικοῦ «Ἕσπερος» τῆς Σύρου, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1923. Ὁ ποιητὴς συνεργάστηκε μὲ τὸν «Ἕσπερο» ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1922 ἕως καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1923, δημοσιεύοντας συνολικὰ ἕξι ποιήματα. Δεξιά, ὁ Φρανσουὰ Βιγιὸν (Παρίσι, 1489 / ἄγνωστου καλλιτέχνη).

«Μπαλλάντα τῶν κυριῶν τοῦ παλαιοῦ καιροῦ» / μτφρ.: Κώστας Καρυωτάκης

Πέστε μου ποῦ, σὲ ποιὸ μέρος τῆς γῆς,
εἶναι ἡ Φλώρα, ἡ ὡραία ἀπὸ τή Ρώμη
ἡ Ἀλκιβιάδα, κ’ ὕστερα ἡ Θαΐς,
ἡ ξαδέλφη της μὲ τὴ χρυσὴ κόμη;
Ἠχὼ ἁπαλή, σκιὰ σὲ λίμνη, τρόμοι
τῶν φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
ἡ ἐμορφιὰ τους δὲν ἔδυσεν ἀκόμη.
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Ποὖναι ἡ ἀγνὴ καὶ φρόνιμη Ἑλλοΐς;
Γι’ αὐτὴν εἶχε τότε καλογερέψει
ὁ Πέτρος Ἀμπαγιάρ. Ἄλλος κανεὶς
ὅμοια στὸν ἔρωτα δὲ θὰ δουλέψη.
Κ’ ἡ βασίλισσα ποὺ ἔκαμε τὴ σκέψη
κ’ ἔριξε στὸ Σηκουάνα, ἀληθινά,
τὸ σοφὸ Μπουριντὰν γιὰ νὰ μουσκέψη;
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Ἡ ρήγισα Λευκή, ρόδον αὐγῆς,
μὲ τὴ φωνή της τὴ γλυκὰ ἀκουσμένη,
ἡ Βέρθα, ἡ Βεατρίκη, ἡ Ἀρεμβουργὶς
τοῦ Μαίν, ἡ Σπαρτιάτισα ἡ Ἑλένη,
κ’ ἡ καλὴ Ἰωάννα ἀπὸ τὴ Λορραίνη,
ὅλες ἀνοίξεως ὄνειρα τερπνά,
ἡ ἀνάμνησή τους ζωηρὴ ἀπομένει.
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Πρίγκιψ, ἂν τὶς ἀναζητεῖτε τώρα,
τάχα θὰ τὶς εὕρετε πουθενά,
τάχα θὰ ὑπάρχουν σὲ καμμιὰ χώρα;
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
*
Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη, 1896 – Πρέβεζα, 1928) / «Νηπενθὴ» (1921)


«Μπαλάντα στοὺς ἄδοξους ποιητὲς τῶν αἰώνων»

Ἀπὸ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους μισημένοι,
σὰν ἄρχοντες ποὺ ἐξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οἱ Βερλὲν· τοὺς ἀπομένει
πλοῦτος ἡ ρίμα πλούσια καὶ ἀργυρή.
Οἱ Οὐγκὸ μὲ «Τιμωρίες» τὴν τρομερή
τῶν Ὀλυμπίων ἐκδίκηση μεθοῦνε.
Μὰ ἐγὼ θὰ γράψω μιὰ λυπητερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Ἂν ἔζησαν οἱ Πόε δυστυχισμένοι,
καὶ ἂν οἱ Μποντλὲρ ἐζήσανε νεκροί,
ἡ Ἀθανασία τοὺς εἶναι χαρισμένη.
Κανένας ὅμως δὲν ἀνιστορεῖ
καὶ τὸ ἔρεβος ἐσκέπασε βαρύ
τοὺς στιχουργοὺς ποὺ ἀνάξια στιχουργοῦνε.
Μὰ ἐγὼ σὰν προσφορὰ κάνω ἱερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Τοῦ κόσμου ἡ καταφρόνια τοὺς βαραίνει
κι αὐτοὶ περνοῦνε ἀλύγιστοι καὶ ὠχροί,
στὴν τραγικὴν ἀπάτη τους δοσμένοι
πὼς κάπου πέρα ἡ Δόξα καρτερεῖ,
παρθένα βαθυστόχαστα ἱλαρή.
Μὰ ξέροντας πὼς ὅλοι τοὺς ξεχνοῦνε,
νοσταλγικὰ ἐγὼ κλαίω τὴ θλιβερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Καὶ κάποτε οἱ μελλούμενοι καιροί:
«Ποιός ἄδοξος ποιητὴς» θέλω νὰ ποῦνε
«τὴν ἔγραψε μιὰν ἔτσι πενιχρή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί;»

Leave a comment