Αντώνης Γκίκας (1950-1986), Δύο ποιήματα

Ποιητική επιστολή στην Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Επικίνδυνε αναγνώστη
νοιώθω τόσο παράξενα απόψε,
άδειος
γεμάτος αντιφάσεις και ήρεμες συγκρούσεις,
αισιόδοξα απελπισμένος
και οπλισμένος με ευφορία ανεξήγητη
θωράκιση πεσιμισμού μ’ ακάλυπτες αχίλλειες φτέρνες.
Επικίνδυνε αναγνώστη
απόψε συνειδητοποιώ πιο τραγικά και πιο απλά παρά ποτέ
ότι ο έρωτας, η φιλία, η αγάπη υπάρχουν, ναι.
Μα όχι σ’ αυτή τη διάσταση
όχι σ’ αυτή τη διάσπαση του ατόμου σε σώματα πνεύματα και άυλες ψυχές.
Στα πέρατα της οικουμένης ψάχνω για μια κόλλα μαγική
αναβιώνοντας το μύθο του Γκράαλ
τυμβωρυχώντας στους τάφους των ιπποτών της στρογγυλής τραπέζης
που σκεπάστηκε με τσόχα πράσινη για πόκερ
και μ’ ένα στρώμα από σκόνη κι από στάχτες.
Και κάποτε περνάει δίπλα μου και χάνεται
με την ταχύτητα ενός πλάνητα κομήτη
η οπτασία κάποιου μονάχου Δον Κιχώτη
που ψάχνει για ιπποκόμο, Δουλτσινέα κι ανεμόμυλους.
Επικίνδυνε αναγνώστη
η “μοναξιά” έγινε μόδα
έννοια κοινόχρηστη που αμβλύνεται και φθίνει, ξεθωριάζει,
στην αμφισημία την αδυσώπητη των λέξεων.
Γι’ αυτούς που μιλούν για “μοναξιά” όταν δεν έκαναν έρωτα μια νύχτα,
όταν έμειναν μόνοι λίγες μέρες, λίγους μήνες,
όταν τρομάζουν από τοίχους αδειανούς
κι από ταβάνια χαμηλά που τους συνθλίβουν.
Γι’ αυτούς που δεν περπάτησαν χιλιόμετρα στην πόλη
ανήμερα Χριστούγεννα και Πάσχα
ψάχνοντας κάποιοι μαγέρικο ανοιχτό.
Γι’ αυτούς που δεν αισθάνθηκαν την αντίθεση
της σκληρής ευαισθησίας και της ευαίσθητης σκληρότητας.

Γι’ αυτούς,
Επικίνδυνε, αγαπημένε αναγνώστη
είμαστε εδώ για να τους δείξουμε τι ακριβώς σημαίνει “μοναξιά”.

26-28 Ιανουαρίου 1986

*

Περιορισμός κατ’ οίκον

Τα Σαββατόβραδα συνήθισα να περιορίζω κατ’ οίκον το κορμί μου
γιατί πενθώ την πεθαμένη ευαισθησία
που κληροδότησε τα διάφορα κομμάτια της στον κάθε κληρονόμο χωριστά.
Ενθάδε κείται
δίπλα στο χορταριασμένο τάφο
της επικοινωνίας, της ανθρωπιάς και της αγάπης.
Requiescant (Ας αναπαυθούν).
Τα Σαββατόβραδα αποφεύγω τις εξόδους
κάτω απ’ τα φώτα με το Neon στις εκτυφλωτικές επιγραφές,
τις πολυπρόσωπες κι απρόσωπες κραιπάλες στις Pub και στις ταβέρνες,
και την επίδειξη της μόδας στου θεάτρου τα φουαγιέ…
Τα Σαββατόβραδα αποφεύγω να μιλήσω
γιατί σκεπάζετ’ η φωνή μου απ’ τα κλάξον,
απ’ τα τυποποιώ μένα χάχανα, σα φάλτσες καραμούζες του καρναβαλιού
Και απ’ τις αλληλουχίες μουσικών αποσυνθέσεων.
Τα Σαββατόβραδα συνήθισα πια τώρα να σωπαίνω
Πειθήνια και μονάχος μου να μπαίνω
Στο κρατητήριό μου.

24 Φεβρουαρίου 1986

*Δημοσιεύτηκαν στον τόμο “Λογοτεχνική Πολυμορφία – Εκατόν Είκοσι Πέντε Δημιουργοί”, Εκδόσεις Ρέω σε συνεργασία με το περιοδικό “Αλεξίσφαιρο”.

Leave a comment