Με γραπώνει ένα χέρι γερά
από το μυαλό· ο ύπνος κάτι που μόλις
μου διέφυγε
κι είναι Τετάρτη
ημέρα μπάνιου
το χρώμα ξεφτίζει από τα ντουλάπια
μέσα φυλάω πούδρες ρόλεϊ ξυραφάκια
το νερό κυλάει απρεπώς
ανάμεσα στα μπούτια μου
το ίδιο και το αίμα
μια ελεύθερη γυναίκα πάνω σε άλογο
τρέχει ασταμάτητα κάτω από το τριχωτό
της κεφαλής μου, διατάζει /πιο γρήγορα
βιάζεται να την εκστομίσω
καθώς στύβω το στήθος
να αφαιρέσω το γάλα· τροφή των σπαραγμάτων
με καθέτους στην αρχή, ποτέ στο τέλος
μην τύχει και έρθει η νύχτα βουβά
με μια κίνηση τρόμου σαν τον ιερέα
που κάθεται στο προσκέφαλό σου
και σε διαβάζει ερήμην·
ερήμην υποτακτικό και αδιάφορο
για όσα τεκταίνονται
ερήμην του κόσμου ο κακός λόγος
ερήμην ο αγαπητικός μιας άλλης
στο σώμα σου μέσα
ξάγρυπνη στιγμή αφτιασίδωτη
κι εκείνο το τραγούδι
που λένε στο λουτρό οι εραστές στους εραστές τους
αχ πόσο το ζηλεύεις!
