Νίκος Σαντορινιός (1897-1923), Δύο ποιήματα

ΑΔΥΝΑΜΙΑ

Περνά τη ζωή του όπως τη θέλησε,
κι όμως αισθάνεται μια λύπη…
Γιατί; δεν είν’ αυτό που γύρεψε,
με τόση θέρμη τόση αγάπη;

Φαίνεται θα του λείπει κάτι
Άδικα τον καιρό του έχασε,
Γιατί να, που δε μπορεί να πη,
-“η πολυπόθητη γαλήνη νάτη!”

Με τ’ άγνωστο σε τράβηξε η πόλη,
σε θάμπωσαν πολύ τα μεγαλεία,
γύρισε στις ακρογιαλιές σου πάλι,
για να ξαναύρης την πρώτη σου ησυχία.

Σκύψε στο γραφτό σου, φύγε σαν τρελός,
και σύρε ναύρης τον κόσμο το δικό σου.

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Κοντά σου δε θαρθώ σαν άλλους ‘γω να κλάψω,
Μήτε για να περάσω εφήμερες ευχάριστες στιγμές.
Θαρθώ σαν σ’ εκκλησία ένα κερί ν’ ανάψω,
σβύνοντας τη λαχτάρα μου στις ακροποταμιές.

Κοντά σου δε θαρθώ από φόβο στην αλήθεια,
μήτε γιατί αηδίασα της πόλης τη ζωή.
Ο πόνος δεν εφώλιασε στ’ αντρίκια μου τα στήθεια·
θέλω ν’ ακούσω των δεντρών την άγρια βοή.

Θέλω για κάμποσο καιρό, τον εαυτό που να ξαναύρω,
κι αν ίσως από τη λέπρα των ανθρώπων γιατρευτώ,
θα γύρω ξένοιαστος στην αγκαλιά σου ώ φύση,
και τα αισθήματα του άλλοτε θα ξομολογηθώ.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Γράμματα” της Αλεξάνδρειας, τεύχος 39, 1919. Δεν διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα.

Leave a comment