Στη μνήμη του Felix Le Dantec
Εσένα, Επιστήμη λάτρεψα
Και σένα πάντα θα λατρεύω.
Σύ, μου στέγνωσες τα μάτια
Σε μέρες αφάνταστης οδύνης,
Σύ, ευεργέτρια, μου τάνοιξες
Στους κόσμους του φωτός και της χαράς της πλέριας.
Α, να σε γνώριζα προτίτερα
Από τι πόνους ανώφελους θάχα γλυτώση!
Γιατί ο μεγαλείτερος πόνος
Ανώφελα είναι κανείς νάχη πονέση.
Ήταν ο βίος μου, βίος πλανημένου
Μέσα σε δάσος με πυκνά δεντρά
Όπου καμμιά δεν εισχωρούσε ήλιου αχτίνα.
Με φόβιζε ο κρότος
Των δέντρων που σπάζαν και πέφταν ένα ένα…
Τρακ, τρακ – άκουα σιμά μου.
Και σχίζονταν από οίκτο η καρδιά μου
Για τα δέντρα που πέθεναν χωρίς τον ήλιο να γνωρίσουν.
Όταν διέκρινα το γλαυκό φως,
Το αιώνιο κι αιώνιο φως
Της Γνώσης.
Πώς όλα τότε ολόγυρά μου, μου φανήκαν
Ήσυχα, ωραία και ειρηνικά!
Πώς η παγκόσμια πάλη
Μια αρμονία μου εφάνη!
Πώς ένιωσα το άπειρο της έκτασης!
Πώς ένιωσα το άπειρο του χρόνου!
Και το μηδέν του πόνου μου
Πώς μέσα στο άπειρο εχάθη!
Και πώς όλα είναι ορισμένα,
Ορισμένη κάθε σκέψη μου, κάθε κίνησή μου,
Ορισμέν’ η στιγμή που θάθελα να τη διαιωνίσω,
Κι ορισμέν’ η στιγμή που θάθελα να την εκμηδενίσω!
Την ηδονήν να ζω μέσα στο Παν
Την ηδονήν νάμαι το Ένα
Το Ένα που συγκρούεται με το Παν
Μού την δίδαξες, εσύ ώ Επιστήμη!
Αντίκρυσα έτσι με θάρρος περισσότερο
Της φύσης τα φαινόμενα τ’ αποκαρδιωτικά,
Της ιστορίας τα γεγονότα τ΄απογοητευτικά,
Και από τότες στον Ήλιο που δύει
Δεν είδα πια την καρδιά τη ματωμένη
Που στάζει απάνω στη φτωχή μας γη,
Μόν’ είδα τη βροχή από χρυσάφι
Που ποτίζει το δέντρο της ζωής.
Αλεξάνδρεια 1918
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γράμματα” της Αλεξάνδρειας, τεύχος 39, 1919. Δεν διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα, αλλά διατηρήθηκε η ορθογραφία του ποιητή.
