Can Yücel (1926-1999), Ποιήματα

Αν πεθάνω τώρα
θα μεταφέρω στην άλλη πλευρά
αυτή την άκαιρη βροχή
που όλο σταματά και ξαναρχίζει
αυτόν τον βρεγμένο δρόμο, τ’ αυτοκίνητα
τα κατακερματισμένα φώτα, τις ομπρέλες που τρέχουν
τα βήματα, τα άτομα
τον Ιρανό μπάρμαν που μιλά στο τηλέφωνο
και τα δέντρα, τον πόνο που φώλιασε μέσα μου
δηλαδή το Ντίσελντορφ
τον τρελό που ασταμάτητα πλένει τα πόδια του

*

Έχει τις τροχιές του το φως
Κάποτε πέφτει στο λεμόνι
Κάποτε στην αμυγδαλιά
Κάποτε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα
Έχει τις τροχιές του ο άνεμος
Μια φέρνει τις φωνές του σκύλου
Μια της αγελάδας
Μια του κασμά
Ή της απόλυτης σιγής
Το βράδυ είναι πιο ωραίο
Φέρνει τον εαυτό του
Μόνο τον εαυτό του
Με το πορτοκαλί, το μοβ, το κίτρινο
Αναπηδώντας πάνω από τις πέτρινες σκάλες

*

Άνοιξα μια ταβέρνα τώρα…
Τα απογεύματα καθώς αραιώνουν οι πελάτες
Βάζω ρακί στο ποτήρι μου
Και με λίγα πασατέμπο κάθομαι στο παράθυρο
Στο τραπέζι αριθμός δύο
Και κοιτάω και κοιτάω τις ψαρόβαρκες στ’ ανοιχτά
Και τα βάζω με τον εαυτό μου
Τι γυρεύεις ρε πούστη εδώ από τα χαράματα
Σ’ αυτή την τρύπα δύο μέτρα μέρος, λέω…
Μ’ αυτό το βάσανο με βρίσκουν οι νυχτερινοί πελάτες
Και βουτάμε ξανά στις κουβέντες και στα τρεχάματα…

*Από το βιβλίο “Τζαν Γιουτζέλ – Ποιήματα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2002. Μετάφραση: Ηρακλής Μήλλας.

Leave a comment