Πατρίδα
Ζούσα στις παρυφές της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
κανείς δεν αλλάζει.
Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων
κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.
Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:
το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.
Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη
και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.
*
Σκιές μάς προσπερνούν
Θα συναντηθούμε μια μέρα,
όπως ένα χάρτινο καραβάκι και
ένα καρπούζι που παγώνει στο ποτάμι.
Η αγωνία του κόσμου θα
μας συντροφεύει. Οι παλάμες μας
θα κρύβουν τον ήλιο και θα
πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο κρατώντας φανάρια.
Μια μέρα, ο άνεμος δεν
θα αλλάζει κατεύθυνση.
Η σημύδα θα ρίχνει τα φύλλα της
στα παπούτσια μας στο κατώφλι της πόρτας.
Οι λύκοι θα κυνηγούν
την αθωότητά μας.
Οι πεταλούδες θα αφήνουν
τη σκόνη τους στα μάγουλά μας.
Μια ηλικιωμένη θα αφηγείται ιστορίες
για εμάς στην αίθουσα αναμονής κάθε πρωί.
Ακόμα κι αυτό που λέω τώρα έχει
ήδη ειπωθεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δυο σημαίες σε ένα σύνορο.
Μια μέρα κάθε σκιά
θα μας προσπερνά.
Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα
