li pa (tc): αυτός – ή δεν (τότε)*
όλα είναι υγρά
καθίσματα ευκταίων εξουσιών
ευρύχωρα να κάθεται ένας ξένος σε οίκο που φτώχυνε
θα μικρύνετε ώστε το σπίτι να μεγαλώσει
δεν μας εξηγείται καθαρά
βγαίνω για αέρα στ’ απερίφραχτα
στενά αγγέλων με γλώσσα πνιγμένη και μέλλον που
όποιος τις πιάσει –
καταρρέει σημαίνει ξυλεύεται
ό,τι πούμε η ηχώ θα συρρικνωθεί
όμως αν φουσκώσει το ποτάμι
έμβρυο της πόλης θαμμένο
θα τη γκρεμίσει
όλα ενώνονται υπογείως
μέρα βροχερή που δεν έχει βρέξει
παρανοϊκά πέφτουν κεραυνοί
μ’ έναν ήχο σαν
αλλά δεν ακούγονται
*Απόδοση εκ της Haitian creole (κρεολή: γλώσσα επαφής, με φυσικούς ομιλητές)
**Από τη συλλογή “χωρίς εαυτό”, Εκδόσεις Έρμα, Μάρτιος 2022.
