Γιώργος Κοζίας, Λαβωμένη κοιμωμένη

Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.

Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.
Είναι η ερημιά βλάμη μου.

Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.
Φούρκα δίχως γιορτινά.
Γάμε δίχως καλεσμένους.
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.

*Από τη συλλογή «Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε», Εκδόσεις Στιγμή, 1995.

Leave a comment