Μπαίνει στὸ ἀμπέλι, κλέβει μιὰ ρώγα,
τὴν ἔβαλε στὸ στόμα της κι ἔπεσε νεκρή!
Τὴν ἔκλαψαν, τὴν ξάπλωσαν σὲ κάσα σκαλιστή,
τὴν κλείδωσαν, πέταξαν τὰ ἐννιὰ κλειδιά, τὴν ξέχασαν.
Φτάνει ὁ τρυγητής, τρυγάει, βρίσκει τὰ κλειδιά.
Βλέπει τὴν κάσα, ξεκλειδώνει ἐννιὰ φορές,
μέσα ἡ πεθαμένη κόρη πεντάμορφη
μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χείλη ὑγρά, ζουμερά.
Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε
κι εἶχε σημαδάκι στὸν λαιμὸ στολίδι.
Σκύβει ὁ λεβέντης φιλάει τρεῖς
τὴν τέταρτη πετιέται τοῦ σταφυλιοῦ ἡ ρώγα!
Ἔπαιξε τὰ βλέφαρα ἡ Ὡραία Ἄμπελος
ζωντάνεψε, τοῦ μίλησε:
«Νόστιμα ροζακιά, ἀσίκη, φρέσκα ροζακιά,
σταφύλια τῆς Ἀγάπης τὰ φιλιά».
*Από την ποιητική συλλογή 41ος Παράλληλος, Στιγμή, 2012.
