Γιώργος Κοζίας, Η ωραία άμπελος

Μπαίνει στὸ ἀμπέλι, κλέβει μιὰ ρώγα,
τὴν ἔβαλε στὸ στόμα της κι ἔπεσε νεκρή!
Τὴν ἔκλαψαν, τὴν ξάπλωσαν σὲ κάσα σκαλιστή,
τὴν κλείδωσαν, πέταξαν τὰ ἐννιὰ κλειδιά, τὴν ξέχασαν.

Φτάνει ὁ τρυγητής, τρυγάει, βρίσκει τὰ κλειδιά.
Βλέπει τὴν κάσα, ξεκλειδώνει ἐννιὰ φορές,
μέσα ἡ πεθαμένη κόρη πεντάμορφη
μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χείλη ὑγρά, ζουμερά.
Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε
κι εἶχε σημαδάκι στὸν λαιμὸ στολίδι.

Σκύβει ὁ λεβέντης φιλάει τρεῖς
τὴν τέταρτη πετιέται τοῦ σταφυλιοῦ ἡ ρώγα!
Ἔπαιξε τὰ βλέφαρα ἡ Ὡραία Ἄμπελος
ζωντάνεψε, τοῦ μίλησε:

«Νόστιμα ροζακιά, ἀσίκη, φρέσκα ροζακιά,
σταφύλια τῆς Ἀγάπης τὰ φιλιά».

*Από την ποιητική συλλογή 41ος Παράλληλος, Στιγμή, 2012.

Leave a comment