Νίκος Κωσταγιόλας, Σύντομος οδηγός για τα δέντρα

IV – ARS POETICA

κάθε ον προέρχεται από το ωραίο και το αγαθό υπάρχει
μέσα στο ωραίο και αγαθό και επιστρέφει στο ωραίο και αγαθό.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί θείων ονομάτων

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως ελιγμό ευκαιριακό ή ως σιγαστήρα
σε σκέψεις όπως φερ’ ειπείν:
αν η μεγαλόδωρη αντλία της καρδιάς αυτομολήσει
και σιγήσει τη φιλότιμή της άρδευση
αν κάτι αλλάξει αδόκητα στο pH των κυττάρων
ή αν χρόνια ναρκωμένοι πολύποδες αφυπνιστούν
επισπεύδοντας το στοίβαγμα

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως (επ)ανάσταση:
κάτω απ’ το δέρμα μας θα πάλλεται αξεδίψαστα ο σφυγμός
πασχίζων του ουρανού το λάπις λάζουλι
στις φλέβες μας θα ξενυχτάν οι φούγκες των φιλιών
εξόδιες γδέρνοντας πληγές στην εγγενή μας πλήξη·
μες στα βραχώδη στενορύμια της ψυχής
τα λόγια μας ίδια αρτεσιανά
θ’ αφρίζουν κάλυκες που θα μας δικαιώνουν
θύρσους πολύχρωμους προτάσσοντας σε κάθε σκοτασμό
εωσότου πίσω στο στερέωμα να εκβάλουμε:
ένα ακόμα αποσιωπητικό
στις φρυκτωρίες των άστρων

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα ως ενδεχόμενο:
δίχως κανένα χώρο ή χρόνο να μας υποτάσσει
μ’ εξάντα κι αστρολάβο αχρηστευμένα
θ’ αποκαθάρουμε με φως τα τραύματά μας
τους φόρους-όρους του κορμιού, τις εντροπίες
–τα σύνορα που μας χαρτογραφούν·
με τις ουλές της Πίστης για παράσημα
θ’ αναδυθούμε υπέροχοι
πάνω απ’ τ’ Αναγκασμένο

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως πλησμονή:
ντυμμένοι μια χρυσόσκονη παρμένη απ’ τα μικράτα μας
σοφά αφελείς, ολάνοιχτοι προς τη συναρπαγή
θ’ ανακαταλαμβάνουμε μια θέση στην αθωότητα
– τα μάτια μας θ’ αποκαθίστανται
στο πρώτο άνοιγμά τους·
ρούχο φθαρμένο θα μαντάρουμε την ομορφιά
καίτοι αναπάντητοι από τ’ άφθαστα υπερώα
θα βρίσκουμε έναν ώμο προσηνή
ένα άγγιγμα στην αχανή σιωπή
τον χρόνο μας μαθαίνοντας ν’ αθροίζουμε
στις συναθροίσεις των χεριών μας

Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα
ως πνοή
καινή επάνω στο κενό μας
στις πιο ευάλωτες στιγμές, μωλωπισμένοι
κι αυτό θα μας καθίσει σαν παιδιά
στα γόνατά του που ξέχασαν την αλφάβητο
και με ηχείο τα σκαμμένα μας κορμιά
χορδές τα αιμόφυρτα μαλλιά μας
θ’ αρπίσει την αρχέγονη άλγεβρά του:
πως το μηδέν —αν ξέρεις πώς να το ζουλάς—
μπορεί πανεύκολα να ιδωθεί και ως άπειρο
ή πως με δάχτυλα πλεγμένα Εγώ κι Εσύ
είμαστε ανεπανάληπτα στη Γη
συνώνυμ@ του θαύματος.

Κανένα δάκρυ δεν αντισταθμίζεται

*ΑΣπό τη συλλογή “Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

Leave a comment