Άμμος
Μη μ΄ αφήνεις μόνο στην αγαπητή κόλαση.
Τι να πω τώρα βυθισμένος με το όχι να εκσφενδο-
νίζεται από το τρύπιο μου στόμα.
Ήσουν εσύ τη χαραυγή.
Γι΄ αυτό είχα επιμείνει
Γι΄ αυτό έγραφα γράμματα
-θηλυκό γουρούνι-
που άφηνα στις τσέπες
του πεθαμένου.
Ούτε μιια φορά αυτή
Ούτε μια φορά
“τον έχω!”
φωνή
*
Κι όμως
Κι όμως δεν είχα αρνηθεί το φεγγαρόφωτο
Πλάθοντας με την σκιά σχήματα.
Κι όμως το βλέμμα όρισε το μέλλον
να φτερουγίζει πάνω σου μέχρι να φτάσει
έως το χιόνι πλαγιάς.
Οι νυχτερίδες κάτω από τις γέφυρες
Αρχίζουν το κλάμα
φτάνει το δηλητήριο στον φράκτη
και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το στάχυ
και σχοινιά σφικτά δεμένα.
*Από τη συλλογή “Καππαδόκες”, εκδ. Κουκκίδα, 2020.
