Φήμιε, (…)
(…) ετούτο μόνον το τραγούδι μην το συνεχίσεις·
Θλιβερό κι αβάστακτο, σπαράζει την καρδιά μου
Μες στα στήθη, αφότου με κατοίκησε πένθος μεγάλο κι αλησμόνητο.
Τέτοιο το πρόσωπο που εγώ ποθώ, και συνεχώς τη μνήμη μου πληγώνει
Η μορφή του αντρός μου (…)
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Μαμά έφερα τελικά κάποιον σπίτι
πάει, πέρασε τώρα
η αγάπη μας ήταν για σύντομη απόσταση
Μαμά, κάπου στον κόσμο έχω πεθάνει
άλλος μου πήρε το κορμί, το τρώει, το ζεσταίνει, το ικανοποιεί
μα για εμένα είναι παντού
Χριστέ μου, είναι τα έπιπλα όλα του σπιτιού σπασμένα
στην κοιλιά μου
έτσι θα ξεχρονίσω -μη μου φωνάζεις άλλο-
κατοικώντας το γερτό
πληγές και τραύματα που δεν μου αναγνωρίζουν τα ‘χω εδώ,
όταν χτυπώ το πρόσωπό μου
κι όταν κλωτσώ τον άθλιο τοίχο
πληγές και τραύματα
και γύρω γύρω μου το κοτετσόσυρμα
ρέστος χαμόσυρτος κι άλαμπος
φριχτά μες στην οργή μου σπρώχνω
το παρακαλεστικό πιγούνι μου μες στο σκοτάδι
να τον φτάσει
μήπως αν σβήσω φώτα με ακούσει;
«Δεν είμαι κακός, σε παρακαλώ, δεν είμαι κακός»
μήπως ξανάρθει;
Στο νερένιο σκοτάδι που μειώνει την απόσταση
κρέμομαι
άθλια στο κρεβάτι σαν σφαχτό
με χιόνια ξεκλειδώνω κάθε βράδυ
την πόρτα του υπογείου
τα όνειρά μου σιτηρέσια που λαμπάδιασαν
κι άσπρος, μια καρέκλα κήπου στο ερείπιο
που ανεβαίνουν σκόνες και σαλίγκαροι
απλώνομαι κι ακούγω να μου λένε
τι βλασφήμια ωραία να μισώ ό,τι αγάπησα
να αποδεχτώ, να υποχωρήσω
μα το σκάφανδρο αυτό που μου πουλάνε
δεν θα με φτάσει στη σκοτεινή την άμμο
για ν’ ανάψω το υδρόβιο κερί μου
παρακαλώντας προς στιγμήν
να πάρουνε φωτιά τα σκοινιά του στόματός μου.
*
Είμαι αγριεμένος
ξημερώνει κι όλα είναι μια έξοδος
μα αν κόψω ένα φρούτο θα ουρλιάξει πιο καλά
θα εκφραστεί σαν μωρό κι εγώ θα καταπίνω θάλασσα
πάντα θάλασσα ώστε ν με χτυπάνε ολόκληρο
οι άνεμοι των Δυνατών.
Ας έρθει το ζεστό λουλούδι ας πλησιάσει
όπως γύρω απ’ τον λαιμό μου το σεντόνι είναι γείσο
ας με βρει, ας σε φέρει ψάρι μου
Γύρισε πίσω γύρισε πίσω
έχω τον βραστήρα σου
Δεν λέει να ηρεμήσει. Συνεχώς από κάπου αλλού
τον πάνω όροφο χτυπάει μια γριά τις κουτάλες της
είναι ο δικός της
τρόπος
να κλαίει
*
Δεν το βάζω κάτω, Χριστέ μου, γιατί κρατάω ακόμα
αυτό το τίποτα. Χαϊδεύω το φασματικό λαγόνι του
είμαι στο αέρινο υπογάστριο και μυρίζω
κρατάω δεν αφήνω. Όπως πάντα, δεν αφήνω
δέρμα γεμάτο πανάδες και σμίγματα
δεν θα πραΰνω ποτέ ποτέ
Φαίνονται τα μάτια μου άδεια; Πρόκειται για μικρά
μεμψίμοιρα τζαμλίκια; Ανησυχεί ο κόσμος
στη δουλειά: «φίλε, να σε ρωτήσω
σε βλέπω κάθε βράδυ, την παλεύεις;»
*
Κυκλώνω τη λέξη ανεπίστρεπτος
Φάληρο Άνω και Κάτω Τούμπα 40 Εκκλησιές
ανεπίστρεπτος
δεν υπάρχει βοήθεια το σκοτάδι εισχωρεί μονόμπαντα
Βότση Καραμπουρνάκι Αρετσού
ανεπίστρεπτος
το μέλλον μας κάνει άστοργους
Βαρδάρη Αντιγονιδών και Άνω Πόλη Συκιές
ανεπίστρεπτος
σαν να έχει πάρει λάθος τετράγωνο ψάχνοντας γιατρό
κέντρο πιστοποίησης αγγλικών κάποιο φαρμακείο
για δουλειά κάποιο μίνι μάρκετ
με φτηνές λακ μαλλιών από εκείνες που προτιμούν
τα κουήρ αγόρια ανεπίστρεπτος
τεχνικοί COSMOTE διορθώνουν καφάου
στην Καρόλου Ντηλ
ανεπίστρεπτος
αποχωρισμός κι εγκατάλειψη σκίσιμο ξεφλούδισμα
μάδημα μάδημα μάδημα
ανεπίστρεπτος
πια είναι γελοίο ν’ αναφέρω
πως είμαι λίγο κάτω από την άποψη
των κοντινών μου μαρξιστών
σχετικά με τις σύγχρονες σχέσεις
ανεπίστρεπτος
ηλικιωμένοι έξω απ’ τα ΕΛΤΑ Δελφών με ρούχα γήινα
κρεμ παστέλ χωμάτινα – τι χρώματα!
μου θυμίζουν τα χρώματά σου ανεπίστρεπτος
δεν μπορώ να διηγηθώ πια για σένα
χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπινα ελαττώματα
για να γλυκάνεις τον καημό ανεπίστρεπτος
μόνο το σώμα μου επάνω στα γυμνά κορμιά
-τα μονολεκτικά κορμιά-
σαν πέτρα, ζαλισμένο απ’ τις μέρες
ακίνητο -πως τολμά- ασάλευτο
απ’ οποιαδήποτε συγκίνηση
ανεπίστρεπτος
τρυπά τους έλατους και πέφτει στα εκρού γυαλιά μου
ο ψιλόβροχος όπως ανοίγεις αναψυκτικό
κι εσύ από κάτω μου ξαπλωμένος την άνοιξη
στο Σέιχ Σου
να πασπατεύεσαι να συσσωρεύεσαι να εκρήγνυσαι
το πατιρντί αυτό που αγάπησα
τώρα στην κατεδάφιση
με κεραυνώνει πρωί μεσημέρι βράδυ
ανεπίστρεπτος
μαμά ανεπίστρεπτος
αμυδρός και ισχνός μια τελεία πια χαμένος
χαμένος
χαμένος
Έφερα τελικά κάποιον σπίτι μαμά
μαμά
απόκτησα πλέον σπίτι
και πάλι
φεύγω
*Από τη συλλογή “Ίσως φύγεις στο εξωτερικό”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.
