Ποτέ πια πείνα! Ποτέ πια φασισμός!
Έβγαζε λόγο ο ινστρούκτορας ανεβασμένος στο βαρέλι
– στο χωριό μου
Ήταν γιορτή οι μέρες μας ο ήλιος μισομεθυσμένος
Ένα λαϊκοδημοκρατικό ειδύλλιο η ζωή
– στο χωριό μου
Τα κορίτσια είχαν όλα κατσαρά μαλλιά
Κι’ επαναστατικά ονόματα: σ. Κορίννα, σ. Άννα, σ. Έφη
– στο χωριό μου
Σημαίες κόκκινες ανέμιζαν τριγύρω
Οι ηρωϊκοί μας φοιτητές γυρνούσαν απ’ τη μάχη
– στο χωριό μου
Εμπρός! Να χτίσουμε το σοσιαλισμό!
Γι’ αρχή χτίσαμε ένα μέγαρο για τους γραφειοκράτες μας
– στο χωριό μου
Ήταν ωραία όλα ωραία τύφλα ο ήλιος στο μεθύσι.
Τα βράδυα παίζαμε ροκ εν ρολ με κιθάρες ξύλινες
Ηλεκτρικές δεν είχαμε ακόμα ούτε ηλεκτρισμό
– στο χωριό μου
Μας κυνηγούσανε οι γέροι να μας σπάσουν τις κιθάρες
Κατσαρομάλλες κυνηγούσαμε εμείς να τις φιλήσουμε
– στο χωριό μου
Ήταν ωραία όλα ωραία στη λαϊκή δημοκρατία του χωριού μου.
*
Θα μπορούσε να είναι έτσι:
Να ’χω δουλειά
Αυτό μονάχα
Ν’ αμείβομαι,
το βασικό
Να μπορώ απλώς να επιστρέφω κάθε μέρα
κατάκοπος στο καμαράκι
με το μεροκάματο στην τσέπη
και μ’ ένα λουλούδι για την καλή μου
Η αγκαλιά της να ’ναι η ξεκούρασή μου
ο έρωτάς της η ανάσα μου
Κι αύριο
ξανά
πάλι μια από τα ίδια
με μικρές παραλλαγές
ας πούμε: αντί λουλούδι, λουκούμια
ή ένας δίσκος τζαζ…
Τις Κυριακές, απόδραση, στο κύμα, στο ταβερνάκι
Τη μέρα του συλλαλητηρίου, στο συλλαλητήριο…
Χιονίζει σήμερα.
Δεν έχω μία.
Ούτε λουλούδι ούτε λουκούμι
Κάνω όνειρα «μικροαστικά»
Κι έτσι μου ’ρχεται να κλάψω-
δεν ξέρω αν
