Επειδή ήρθε στο σπίτι μου
στο μικρό μου δωμάτιο
δυο δρόμους πάνω απ’ τη θάλασσα
με τα γέλια των κοριτσιών
και τις μυρωδιές απ’ το τηγάνισμα
τον παρηγόρησα.
Στις τέσσερις το απόγευμα
την ώρα της ενάργειας
όταν σώμα και νους εμπιστεύονται
κορυφώθηκε η φλόγα του.
Άφησε ίχνη σε κορμιά και πατώματα.
Τον αγκάλιασα.
Του μίλησα για εύκρατες νύχτες
νοτισμένα πρωινά.
Νόμισα πως θα ωρίμαζε
θα γινόταν μια ζέστη απαλή.
Όμως πύρωνε κι έσβηνε.
Πώς να μείνει κοντά μου
να προδώσει τη φύση του.
Τον κατέστρεψα.
Μες στις γρίλιες τον κράτησα.
Τον δρόσιζα
μέχρι αργά τα μεσάνυχτα.
*Από τη συλλογή «Ανήμερο», εκδόσεις Ίκαρος.
