Νίκος Κωσταγιόλας, Σύντομος οδηγός για τα δέντρα

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη από πολύ μακριά
όπως κι εσένα άνεμος μια μέρα
δριμύς κι αρπακτικός σα θάνατος
με μια του κόσμου θα σε συντονίσει
καταγωγή σπλαχναία κι ανεκρίζωτη
εκεί που ανακυκλώνονται τα χρόνια
κι ό,τι φθαρτό, ταπεινωμένο αναπτερώνεται
και βρίσκει την επίποθη γαλήνη
στις χώρες που από δύση δεν εννοούν

Στιγμές-στιγμές τα δέντρα ευδοκιμούν
σμίγουν κλαδιά, απλώνονται, θρασεύουν
μια φυσική ταλάντευση στο φως
ή μια δίχως φραγμούς ανάρρηση
με προσδοκία που τηρούν μοναδική
το πότε τ’ ουρανού θα διαπεράσουνε
τον θόλο τον ειδάλλως απαράκαμπτο
την άλλη των ονείρων επικοίζοντας
πλευρά με τον αδιάλλειπτό τους μόχθο
ή διηγούνται μνήμες των πουλιών
αυτές που τους τραγούδησαν και τις θυμούνται
μα και των τρωκτικών που κάποτε τα οικήσανε
ή ροκανίσανε βουλημικά
τα δένδρινά τους σπλάχνα εκεί λαξεύοντας
ζωή δικιά τους, μετερίζια·
δίχως νά ’χουνε
ποτέ προαίρεση κακή τα συγχωρούν
τις ιστορίες τους προσεταιρίζονται
κι απ’ το καλούπι αυτό τα ξαναπλάθουν
–τον κάθε φωνακλά κοκκινολαίμη
τον κάθε χασομέρη σκίουρο—
απ’ την αρχή τα ξαναπλάθουν σαν εκλείψουνε
οι πάντα πρόσκαιροι προκάτοχοί τους
τον κύκλο της ζωής και διακονούν
– μιαν αναχώρηση που μοιάζει επιστροφή

Άλλες φορές πάλι τα δέντρα συμμαζεύονται
γλιστρούν μαζί σε συστοιχίες και δεν τα νοιάζει
ποιο είναι ν’ απλώσει κλώνους πιο πολλούς
ποιου θα πυκνώσει πιο πολύ το φύλλωμα
ποιο θα ντυθεί καλύτερα την πάχνη·
κλίνουν ανέφελα τη γη, τον ουρανό
κι ετούτη η πλησμονή αρκεί για όλα.
Τους φανερώνει ο άνεμος από νωρίς
—η άχνα του στα φύλλα τους, το θρόισμα—
του τέλους τους την ακριβή στιγμή
κι έτσι όταν έρθει εκείνη δεν ξαφνιάζονται·
προγραμματίζουν τη ζωή τους βάσει αυτής
με μια ευφυΐα αμήχανη κι αρύθμιστη
κόντρα στην απομάγευση του κόσμου
μια οικονομία φύσης μεριμνώντας
τόσα λουλούδια, τόσο ψήλωμα
ποτέ πλεονεκτώντας.
Χαίρονται
που από τον θάνατό τους είν’ ανίκανα
να δούνε παραπέρα, μόνο ξέρουνε
—μάλλον, καλύτερα, μπορούν να φανταστούν—
το νόημα του όλου που κραταιώνουνε
την τάξη τη σεπτή, τ’ όλο μυστήριο
κι η αποστολή αυτή που τα συνέχει
—αυτός ο μαραθώνιος με τ’ Άπειρο
καρπό-καρπό την χθόνια πρόνοια θρέφοντας—
τα φτάνει από μόνη της στον Θεό

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη απ’ τα πολύ παλιά
το ένα επάνω στ’ άλλο σκύβοντας
και πώς πασχίζουν να την ακυρώσουν
—το μέσα τους ρολόι που ’χει στιφτεί
και πια δεν αφουγκράζεται τη μέρα—
σπέρνουν βαθύτερα την κοπιασμένη ρίζα
και του κορμού το κύκλιο καταπίστευμα
στο χρόνο θησαυρίζουν.
Αντιστέκονται
μ’ έναν ρυθμό ατόφιο, ολοδικό τους
με πείσμα στο σκοτάδιασμα του κόσμου.
Δίχως να ξέρουνε σκοπό ή προορισμό
μ’ υπομονή αταλάντευτη πορεύονται
σαρκάζοντας τα έργα των ανθρώπων
τις τόσο κωμικές τους μικρομέριμνες:
τον έρωτα που εύκολα υπόσχεται
μα κι εύκολα ξεχνάει όταν κρυώσει.

Δεν ξέρεις αν θαυμάζεις ή φθονείς
αυτήν τους την απλότητα μα σαν
ν’ αντιλαμβάνεσαι τη σημασία της
το ύψος της αρίφνητης σοφίας
της πείρας τής από χιλιάδες χρόνια
σα φέρνει ο νους σου αλλότριες εποχές
βαθιά μέσα στο πλήρωμα του χρόνου
μια μέρα που θ’ αναδυθούν ξανά
—όταν εσύ κι εγώ δε θα υπάρχουμε—
ο σχίνος, η σημύδα, η φλαμουριά
μια στάλα απ’ το σμαράγδι τους να στάξουνε
κι ευρύχωρη να υφάνουν εξαρχής
την έκρυθμη ανάσα αυτού του κόσμου.

Ποτέ τους δε νικούν, γιατί υπήρξαμε
σ ’αντίξοες συνθήκεςγιατίυπήρξαμε

*Από τη συλλογή ”Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

Leave a comment