Θα ‘θελα να φτιάξω έναν ουρανό
να ‘χω τώρα που νύχτωσε
ένα στερέωμα να κοιτάζω
θα το ‘καμνα μεγάλο,
γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα
θα του ‘βαζα αντίς από ‘να,
δυο φεγγάρια ανόμοια
το ‘να μικρό σαν παιδί,
τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο.
Δε θα πήγαιναν τα δυο πάντα μαζί
το πρώτο θα πλάγιαζε κοντά στο βορρά
και το μεγάλο θα ‘ρχότανε
απάνου απ’ το ρολόι μου
να σημάνει μεσάνυχτα…
[…] Προτού ξημερώσει
ακούγονται φιλιά
είν’ τα φεγγάρια
που πέφτουν και χτυπιούνται.
Όταν ξυπνώ, ξυπνώ από κούραση
το κορμί μου μοιάζει σα να υπέφερε.
………………………………….
Κλεισμένη στα όνειρά της,
στα χέρια μου κλεισμένη
ανασαίνει στην ύπαρξή μου
η ζωή των ωρών ταιριασμένη
σε ένα άλλο είδος χρόνου
ανακριβή μισά άνισων ωρών
κύματα ύπνου
θα πνιγούν ή θα περάσουν!
αφήνοντάς μας απείραχτους
με το όχι τόσο αιθερικό φορτίο
των ονείρων
Θραύσματα από ένα τόπο που απέρριψα
σκέψεις δανεισμένες
από ένα παλιό σύστημα
συνεχίζουν να εισβάλλουν
στην τωρινή μου κατάσταση
άσκοπες περιπλανήσεις με φέρνουν πίσω…
Ποτέ ο Άθως δεν ήταν πιο κοντά μου
δε χρειάζομαι εικόνες
για να ταξιδέψω
από την Αλεξάνδρεια
ως τις χαράδρες του Θιβέτ.
