Δανάη Σιώζιου, Οικιακά

Δεν πρόσεξε,
ίσως και να μην το κατάλαβε
απλά συνέχισε να κόβει
πέρα απ’ τη φλούδα των αχλαδιών
τα χέρια της.
Το αίμα κύλησε ήσυχα
απ’ τις γραμμές της τύχης
της ζωής, του έρωτα
στο νεροχύτη
και στροβιλίστηκε
ανάμεσα στα άπλυτα πιάτα
και τα αποφάγια
Η γάτα της ανήσυχη
έτρεξε κοντά της
και με συμπόνια ειλικρινή
έγλειψε τα τραύματά της
ενώ εκείνη
για μια σύντομη
μια ακαριαία στιγμή
είδε τον εαυτό της
μέσα απ’ τα γυάλινα μάτια
ξένο
μες σε βρώμικο κλειδί φυλακισμένα
οροφή δίχως ανατολή
στο πάτωμα μικρά σκαθάρια
στο νεροχύτη η σκοτεινή λίμνη
που μέσα της μουλιάζει τα χέρια της
και τώρα αστράφτει στεφανωμένη από
πάχνη λευκή, απολυμαντική
Απ’ τον βυθό της
αναδύονται πανσέληνα, ολόασπρα φεγγάρια
σκέφτηκε,
να τελειώνει σήμερα τουλάχιστον
με τα πιάτα.

*Δημοσιεύτηκε στο “Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010.

Leave a comment