Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Καντηλάκια

Έκανε όλες τις δουλειές που της προκύπταν-Να κουβαλάει στην αγορά στοίβες καφάσια-Και να νομίζει πως δουλεύει σε χωράφια-Που φορτωμένα με λεμόνια και κεράσια-Ή σε γραφεία σκοτεινά της Ομονοίας-Τα βυθισμένα στις στοές δίχως μια γρίλια-Και να νομίζει ότι εργαζόταν στη Σελήνη-Με φως που ερχόταν από άλλο Γαλαξία-Μα πιο πολύ απ’ τις δουλειές της προτιμούσε-Στα κοιμητήρια να ανάβει καντηλάκια-Για όσους δεν δύνανται απ’ το γήρας ή απ’ αρρώστια-Να πάν’ εκείνοι και πολύ αργοπορούσαν-Των τεθνεώτων οι ψυχές να φωτιστούνε-Έτσι τις φώτιζε εκείνη και μιλούσε-Σαν τη συγγένισσα σε άγνωστους ανθρώπους-Που του Κενού την Πόρτα είχανε περάσει-Άλλοι νεότεροι-Κι άλλοι ηλικιωμένοι-Όλοι στο Σύμπαν που επιστρέφουμε μονάχοι-Και σαν τελείωνε-Μια απέραντη γαλήνη-Μακριά απ’ τον κόσμο της ζωής μα και της βίας-Λες και στον τόπο του θανάτου-Κανείς φόβος-Ούτε μια νύξη απανθρωπιάς και κακουργίας-Ώσπου στο τέλος τη Μητρόπολη αφήνει-Σε ένα νησί βρίσκει ένα δρόμο να απομείνει-Μπαλώνει δίχτυα σε μια τράτα και ψαρεύει-Μαθαίνει ανέμους να μπορεί να ταξιδεύει-Σαν να να’ ναι αδέρφια της μικρά που προστατεύει-Μαΐστρος- Ζέφυρος-Βορέας και Αργέστης-Μα πάντα έχει στο μυαλό τα καντηλάκια-Που χρόνια άναβε-Στο σούρουπο-Και εκοίτα-Να τρεμοσβήνουν απ’ τον άνεμο που εφύσα-Ψυχές ανθρώπων που δεν ήξερε-Αλλ’ αγάπα-Να τις φωτίζει έστω με το δικό της χέρι-Έκανε όλες τις δουλειές που της προκύπταν-Να κουβαλάει στην αγορά στοίβες καφάσια-Και να νομίζει πως δουλεύει σε χωράφια-Που φορτωμένα με λεμόνια και κεράσια-Ή σε γραφεία σκοτεινά της Ομονοίας–Τα βυθισμένα στις στοές δίχως μια γρίλια-Και να νομίζει ότι εργαζόταν στη Σελήνη-Με φως που ερχόταν από άλλο Γαλαξία-

*

Κύκνος

Λένε πως ένας ιός χτύπησε τη γη κι εμείς είμαστε αγκαλιασμένες σε μπούνκερ πυρηνικής καταστροφής-Μια τηλεόραση στο βάθος ανοιχτή-Όπου μας ανακοινώνεται από την εξουσία-Κάθε απόγευμα-Η θλιβερή λίστα των τεθνεόντων-Στον μονότονο τόνο που έχουν οι υγειονομικοί και υπουργοί-Στο μπούνκερ κι ένας πληγωμένος κύκνος που το ‘σκασε από λίμνη θεματικού πάρκου για να σωθεί-Φοράει μάσκα αερίου και αλεξίσφαιρο γιλέκο γιατί κάποιος που ‘χασε τα λογικά του-Αφού έδειξε στους μπάτσους της βεβαιώσεως εξόδου το χαρτί-Εκανε τον κύκνο στόχο σκοποβολής-Τον κύκνο τον τοποθετούμε στον ουρανό με σεμνή τελετή από μια χαραμάδα φωτός όταν η Σελήνη είναι λαμπρή-Η Νέμεση μόλις αποπλανήθηκε απ’ τον Δία και
πήρε όλες τις μορφές που μπορεί-Στο τέλος ως χήνα κι εκείνος ως κύκνος πλαγιάζουν μαζί-Το αυγό που θα κάνουν θα δοθεί στη Λήδα-Με δύο αγόρια και δύο κορίτσια-Ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης-Η Ελένη κι η Κλυταιμνήστρα-Οι φοβέρες τους μοίρες κλωσμένες απ’ της Κλωθώς την κλωστή-Ο Κύκνος θα γίνει από τον Δία αστερισμός που θα φωτίζει τη νύχτα-Ο βασιλιάς των θεών και των ανθρώπων τη σεβόταν ως θεία-Ύστερα ακούγοντας της Μητρόπολης τη σιωπή-Πιο βαθιά από οποιοδήποτε θόρυβο έχει ακουστεί-Ψωνίζουμε με κουπόνια τρόφιμα-Προσέχοντας των λαθρεμπόρων τη γλώσσα τη συνθηματική-Τα ανταλλάσσουμε με του Κύκνου την αστρόσκονη-Που την επεξεργάζονται και φτιάχνουν αμφεταμίνες για τα τα παιδιά των διαμερισμάτων που δεν έχουνε κέφια-Μασάνε τα σύννεφα σαν να μασάνε τσίχλα και σκοτώνουν χωρίς να ντρέπονται στα κινητά-Ατέλειωτα-Τα πρόσωπά μας με των ανταρτών την εκδοχή- Λένε πως ένας ιός χτύπησε τη γη κι εμείς είμαστε αγκαλιασμένες σε μπούνκερ πυρηνικής καταστροφής-Μια τηλεόραση στο βάθος ανοιχτή-Όπου μας ανακοινώνεται από την εξουσία-Κάθε απόγευμα-Η θλιβερή λίστα των τεθνεόντων-Στον μονότονο τόνο που έχουν οι υγειονομικοί και υπουργοί-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδόσεις ΟδόςΠανός, 2020.

Leave a comment