τρελός ιδού ο άνθρωπος με τις συσπάσεις των κρυστάλλων
με τη φήμη της άμμου με της κούκλας τον παρατατικό
με ένα κούφιο διάβημα στο κρεβάτι της οδύνης
παρών μολαταύτα στα περάσματα της άνοιξης
ο άνθρωπος που περνάει αν σταματήσει γίνεται τοίχος
τοίχος με ώμους ασήκωτους
και να που το φως είναι μαύρο
ο ήλιος αλάτι
το νερό δεν ξεδιψάει πια των παιδιών τα βλέμματα
τα λόγια τους είναι από ξύλο
η φωνή δεν αναγνωρίζεται στα μισάνοιχτα παλλόμενα λαρύγγια του ουρανού
και όπως η δικαιοσύνη στον πάτο του πηγαδιού αντανακλάται η αληθοφάνεια
σκύλοι που ουρλιάζετε υπέρμετρα κενά
σκύλοι που βγάζετε τη γλώσσα
που τραβάτε το σχοινί μέχρι να πνιγεί η βροχερή σας όψη
σε μάτια από κάνναβη
χαμένοι χαμένοι μέσα σε γούνα
σκύλοι που ξεγελάτε τη νύχτα
μέσα στα πηγάδια της δικαιοσύνης βέρο σφυρήλατο νερό
και παραβλέπετε το σίδερο στις αστραφτερές πέτρες του τοίχου
σαν να μην το αντίκρισε ποτέ κανείς
φρίκες απεχθείς πρόσωπα περασμένα ξεπερασμένα πεθαμένα
από χώμα από ποτάσσα από κάπνα υαλώδη
λάσπη λάσπη στον ορίζοντα
τίποτα μόνο λάσπη εκεί που δένουμε
και νησιά χλοερών ιλίγγων
τα λιθόστρωτα είναι έρημα και οι έρωτες αδύναμοι
γιατί αγαπά κανείς μόνο την απληστία
και παντού το κενό η γελοία διαφάνεια του γκρεμού
άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων και το χαντάκι μπροστά
ο άνεμος από κάτω και από κάθε πλευρά σιωπή
εισήλθες ζωντανός στην κατοικία της νεκρής τρυφερότητας
και σε κάθε βήμα αναγνώριζες τον εαυτό σου σαν μια απάντηση ελκυστική
ο κόσμος δεν ξέγινε από στάχτες για χατήρι σου
ούτε ανέβηκε στο σταυρό η αγωνία
πάνω κάτω αυτό είναι πάντα το βάρος που αντέχουν τα τζάμια
καθώς πιέζεις το σκοτεινό σου μέτωπο
αλλά γίνεσαι διαυγής αυτές τις ώρες που σου μοιάζουν
περπατώντας ανάμεσα από βήματα που ισορροπούν
τα έναστρα χρόνια πάνω στο δέντρο του πόνου
αποκλεισμένος στον ορίζοντα των φωνών
δεν υπάρχει τοίχος που να αντέχει τη ζεστή σου μνήμη
αντιμέτωπος με σπασμένη φωνή
οι αρουραίοι μπορούν να τρέχουν ανάμεσα στα πόδια σου
το λεπτό χορτάρι προσπαθεί ακόμα να ξεφύγει από το κάλεσμά σου
με έναν αόρατο θόρυβο στο στόμα και στα δάχτυλα
βγήκες ζωντανός
*Μετάφραση: Ευγενία Βάγια.
