Lola Ridge, Ηλεκτρική καρέκλα

Τινάζεται – νιώθοντας στο ξυρισμένο κεφάλι του
Το ηλεκτρικό ρεύμα να του τρυπάει το μυαλό, η σκέψη
Της καταιγίδας που πυρπολεί τα χωράφια μέσα σε ένα κατάλευκο φως
Και οι δρόμοι της πόλης του επάνω στον λόφο εμφανίζονται άξαφνα
Όπως οι ηλεκτροφόρες λάμψεις του μαρτυρίου… εν τω μεταξύ οι φρουροί –
Σαν τερατώδεις επιδέξιες κούκλες που κινούνται με νήματα,
Βιάζονται όπως συνήθως να τελειώνουν με αυτό το πράγμα,
Τα πρόσωπά τους πιο άδεια κι από ασφαλτοστρωμένες αυλές.

Άκουσαν το ουρλιαχτό από τη σάρκα του που σκίστηκε
Πιο πολύ σαν έναν αδύναμο αναστεναγμό… κι όμως έμειναν ατάραχοι,
Αυτοί που τον κοιτούσαν εκεί να λυγίζει -σαν δέντρο
Όταν οι άνεμοι το ταρακουνούν με βία αλλά η γη το κρατά γερά-
Κι η ψυχή του, που απλώθηκε σε μια λευκή αγωνία,
Έγινε ένα με τη νύχτα μέσα απ΄ το φλεγόμενο κύκλωμα.

*Από το βιβλίο “Lola Ridge, Το σώμα που πονά – Ο καθρέφτης του κόσμου”, εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα, 2023. Μετάφραση: Ελένη Χατζή.

Leave a comment