Κλείδωνες έξω απ’ τα δόντια σου το θάνατο
όμως εκείνος οσμιζόταν
όπως τα σκυλιά
τις γωνιές του στόματός σου
τριγύριζε με σίγουρο πόδι τα πρωινά σου βλέφαρα
οι νεαρές σου αρθρώσεις κλαίγαν για ζωή
και τα βουνά είχαν κάτι
που θύμιζε πόλεμο
Κοίταξα τ’ αστέρι σου στον ουρανό
περπατούσε όπως τα τσιγάρα των μεθυσμένων τη νύχτα
Σ’ έψαξα στα μάτια των παιδιών
και σ’ είχαν ξεχάσει
*Από τη συλλογή “Ο κόκορας των θεμελίων”, Αθήνα, 1971.
