Όπως είπε η Άρια
είναι ένα φίδι κομμένο
που μοιάζει με φυτό
είναι φυτό που πέρασα για φίδι
Ένα απόγευμα οι φίλες μου σέρβιραν καφέ
με τα ράμφη τους γερμένα στο παράθυρο
Είμαστε φως ή αυτό που το εμποδίζει;
Η μητέρα προβάρει φούστα για παρέλαση
“ Ένα παλιό θεατρικό.” λέει “ Κανένας λόγος ανησυχίας.”
Τις τίγρεις τις ταΐζουμε με μπιμπερό
ρίχνουμε μια στάλα στον αγκώνα μας
και προσπαθούμε να την γλείψουμε
στη θερμοκρασία θα φανεί η πιο ευλύγιστη
αυτή που σπάει κόκαλο στην οδηγία
το τσίρκο το επιλέξαμε για σπίτι
κανείς δεν σε παρακολουθεί όταν μετακινείσαι διαρκώς
Διαλέγει αυτή με τη δαντέλα στο τελείωμα
“Στο θέατρο φοράμε τα καλά μας.” λέει
και στο χερούλι δένει μια τούφα από τα μαλλιά της
να πάρω εγώ κληρονομιά, το ακροβατικό της κρέμασμα
Για τον πατέρα έβαλα μια καρέκλα δίπλα
αν γυρίσει ανάποδα στον ύπνο του
από τη μεριά της πλάτης
δίπλα στο κρεβάτι του την έβαλα
να μην πέσει και πεθάνει πιο νωρίς
είναι άρρωστος ακόμη
“Μαζέψτε τα σκυλιά” φωνάζει “ Αυτές τις γριές απ’ το παράθυρο σκοτώστε.”
Έχουμε μπει στη νύχτα, οι φίλες μoυ έχασαν τα ράμφη
μεγάλωσαν ανθρώπινα ως γυναίκες
Κλείνω το φως να μην τις βλέπει και τα σκυλιά ταίζω με κονσέρβες
Πήρα το φυτό στο στήθος μου
και ζωντανεύει φίδι
ήδη γυμνή παρουσιάζω
την πρώτη σκηνή της εκδίωξης
Αυτή είναι η άγγελος που κλαίει στη μηλιά της
Για τις παραστάσεις που δίνω εσωτερικά δεν μιλάω σε κανέναν
ρίχνω μηνύματα στη μέση μου, στο σπόνδυλο με το κενό
για να θυμάμαι εγώ τις βασικές αρχές της ηδονής
το χάδι και τον πόνο
*
περίπτωση εφημερίας
Ήταν το μισό της πρόσωπο
από το κόκαλο φαγωμένο
ένα μπλαβί ηλεκτρικό, ανάκατο
στα είκοσί της χρόνια
“Όχι καθρέφτες παρακαλώ. Φτιάξτε με να πάω στη δουλειά να μην απολυθώ.”
και το δάχτυλο να τρέχει στη βελόνα
να φτάσει πρώτο την τιμή
να βγει διαβήτης νικητής
παιδί ρισκάρει πήδημα
και πέφτει
“ Όταν έφυγε είχε κρύο. Κρύο για εδώ και χιόνι. Η εποχή μου, γρύλισε. Άφησε τις ινσουλίνες.
Πάω από εδώ.”
