Στίχοι αδύναμοι, ξερές καλαμιές στον κάμπο.
Κι όμως, τίποτα άλλο δεν έμαθα να υπηρετώ,
παρά αυτό το λίκνισμα θρόισμα
αντικριστά στον ήλιο.
Στίχοι βλαστάρια, χλωρά λουλούδια στον κήπο.
Κι όμως, τίποτα άλλο δεν έμαθα να προσκυνώ,
παρά αυτό το άτσαλο βάδισμα
κάτω απ’ τον ήλιο.
Ο λόγος του φόβου μαραίνεται
στην όψη του ώριμου καρπού.
Ο λόγος του τραγουδιού αυτού,
Είναι για το παιδί που δεν πρόλαβε
να σκοντάψει στην γη.
Στον ουρανό, στον ουρανό
γελά και περιπαίζει τους λόγους των ανθρώπων.
Δεν στο ‘χω πει. Θέλω να σε γράψω ποίημα.
Πλάθοντας μια φωλιά από λέξεις
να κουρνιάσεις απόψε που φυσάει.
Κεριά βυθισμένα στην σιωπή του φωτός
κι όμως φιλιά μεθάει το στάχυ ο άνεμος.
Σκορπάει ο σπόρος της αγάπης.
Εφηύραμε την αφορμή, ή είναι πεπρωμένο;
Οι στίχοι ανίδεα ανδρείκελα
Με κοιτούν καθώς τους πλέκω μεταξύ τους.
Η νύχτα ασημένια απλώνει στον ουρανό
γιασεμιά τα άστρα και εσύ κάπως έχεις
γαληνέψει.
Εγώ δεν γράφω για να αποδείξω
ούτε για να διδάξω
Εγώ γράφω ό,τι νιώθω
Και αυτό δεν στο έχω πει.
Το να παίζεις με χαρτιά ανοιχτά,
σημαίνει ότι αρνείσαι να παίξεις.
Αν δεν γυρίζεις το τραπέζι ανάποδα
στο τέλος
τζάμπα το σκηνικό.
Το να μην ζητάς τίποτα
σημαίνει ότι ποθείς τα πάντα.
Ακέραιο πάντα το αποτέλεσμα
απλώς, τα μηδενικά παίζουν κουτσό
αριστερά και δεξιά της υποδιαστολής.
Έχεις και αυτό το κουσούρι
γελάς με τον φόβο.
Μα ακόμα δεν κατάλαβα
το παιχνίδι σιχάθηκες
ή το κέρδος;
*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, εκδ. πατκιούτ προντάξιονς, Έδεσσα, Φλεβάρης 2024.
