Τρία έπσιλον (Ευσταθία Π.), Δύο ποιήματα

П1 [17.10.22]


σήμερα λίγο πριν φτάσω κοντοστάθηκα κάτω από το μπαλκόνι
συνήθειο από πάντα για να βεβαιωθώ πως όταν έρχομαι
με περιμένεις
εσύ δεν είσαι εκεί πια, μα
βλέπω αυτό το ζευγάρι πόδια να κρέμεται απ’ τον ουρανό
που πιθανώς σου ανήκει
στέκομαι να το φωτογραφίσω κι ακούω από απέναντι παιδιά
ίσως μιλάνε για τον πάοκ
ίσως όμως και ν’ απαγγέλουνε ποίηση
σκέφτομαι την αγγελική ν’ απαγγέλει
εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω
παραφράζω σαχτούρη
εγώ κληρονόμος δική σου με διαλυμένα γόνατα στο κέντρο του
κόσμου
συνεχίζω να έρχομαι
Σπίτι

*

[κύκλια έπη]

στον προθάλαμο όταν την πλησίασαν οι άσπρες ποδιές
είπαν: ο μπαμπάς ίσως μείνει τυφλός
εκείνη δεν αντέδρασε
άλλοι λεν στις συμπληγάδες την είδαν μετρώντας τα φτερά της
ελαφρά να μειδιά
πάνω από την οιχαλία κάποιοι διηγούνται πως την άκουσαν τα
βράδια να μονολογεί κοιτώντας το ηλιόλουστο νερό
πως σαν τον όμηρο, σε όλες τις εκδοχές του μύθου ο μπαμπάς
ήταν πάντα τυφλός

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδόσεις θράκα, Ιούνιος 2023.

Leave a comment