Μια μικρή επιλογή ποιημάτων και τραγουδιών με θέμα τις Απόκριες καθώς και για τον τρόπο που εμπνέουν τόσο την τέχνη, όσο και την καθημερινότητά μας.
Επιλογή: Ειρηναίος Μαράκης
Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Στις χαραυγές ξεχνιέμαι
Μάσκα δεν έχω να γυρνώ στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο
Bάρα καλή, βάρα γερή, μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νιώσει η γαλαρία του χαρτοπόλεμου τη βία
Σκουπίδι η σκέψη την πετώ, τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι
Bάστα το νου, βάστα το νου να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα και τσιγκουνεύεται στη γλύκα
Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Τραγούδι: Γιώργος Μιχαήλ (Δίσκος: Αγία Νοσταλγία, 1993)
*
Μίλτος Σαχτούρης, Η Αποκριά
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο με παγωμένα δόντια
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο.
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά.
(Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952)

Κώστας Καρυωτάκης, Αποκριάτικο
Με ξέσκεπα τα στήθια, με κρυμμένα
τα μάγουλα στη μάσκα, τριγυρίζουν
οι βλάχες, οι κοντέσες, και χαρίζουν
ολούθε χαμογέλια ονειρεμένα.
Πιερότοι κι αρλεκίνοι, μ’ αναμμένα
τα μάτια τους, τις γύμνιες αντικρίζουν
και —απόκριση στα γέλια— πλημμυρίζουν
τη γλύκα πά’ στα χείλια τα βαμμένα,
τη γλύκα του φιλιού. Κάποιος ιππότης
με μια που ’ναι ντυμένη σα δεσπότης
—παράξενο ζευγάρι— σιργιανάει.
Κι ο διάολος μες στου ντόμινου τ’ ατλάζι
φιλιά μ’ έν’ αγγελούδι σαν αλλάζει,
ουρλιάζοντας τη μαύρη ουρά κουνάει.
(Εφηβικοί στίχοι, 1913 – 1916)
*
Μήτσος Παπανικολάου, Αποκριάτικα
I
Πω, πω, τι κρύο κάνει…
επάγωσαν οι μάσκες στις βιτρίνες∙
ένα τριμμένο ντόμινο πώς να ζεστάνει
την καρδιά μου την άδεια σαν κι εκείνες;
Είχα μι’ αγάπη που πάει να σβήσει –
δε θα μπορούσε ακόμα να κρατήσει;
Αύριο θά ’χουμε Άνοιξη κι Απρίλη
κι εμείς δε θά ’μαστε ούτε φίλοι…
Ήταν γραφτό της όμως να πεθάνει
μέσα στην παγωμένη Αποκριά,
έτσι απ’ το κρύο, όπως μια γριά
που δεν υπάρχει τίποτε να τη ζεστάνει…
ΙΙ
Όλο βροχές Αποκριές,
ντόμινα μαύρα σα γριές,
και φθισικοί πιερότοι,
γεροντοκόρη νιότη.
Στους δρόμους πανηγύρι,
κι από το κοιμητήρι
φωνάζουν οι καμπάνες
τις πονεμένες μάνες.
Αχ, η ζωή είναι λίγη
κι είν’ η χαρά μεγάλη
(1928)
*
Γιάννης Σκαρίμπας, Χαλκίδα
Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!
Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ’ όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…
Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν’ σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.
Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν’ σπασμένοι, νά φυσά απ’ τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .
(Ουλαλούμ, 1936)
Μανώλης Ρασούλης, Ντύθηκες Μακρυγιάννης τις Αποκριές
Ντύθηκες Μακρυγιάννης τις απόκριες
κι άρχισες να μιλάς για ελευθερία
σ’ εμάς που ακόμα δεν έκλεισαν οι πληγές
και τρέχουν μια πηχτή θανάσιμη ιστορία.
Ήρωά μου, αίνιγμά μου
και στο τρόλεϊ γείτονά μου
ανθρωπάκο καθημερινέ
σ’ έχω συνεταίρο
για τα περαιτέρω
ένοχε μαζί κι αθώε μου εαυτέ.
Έλεγες ήρθα να σας λύσω τα δεσμά
και μες στου Φλόκα είσαι δύο αιώνες
καφέ να πίνεις και η λήθη να κερνά
ποιος θ’ ανταμείψει πια τους τόσους μας αγώνες;
Λέοντας, χαμαιλέοντας κι οδηγητής
κι όλοι ντυμένοι πάντα κάποιον άλλο
εγώ, εσείς κι αυτοί στο τέλος της γιορτής
θα μοιραστούμε της αλήθειας το ρεγάλο.
Μουσική: Μάνος Λοΐζος – Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Για μια μέρα ζωής, 1980)
*
Ρώμος Φιλύρας, Ο πιερρότος
Πιερρότοι εσύ κι’ εγώ κι άλλοι κοντά του,
κι’ αυτός τόσο σωστός μ’ άσπρη ζακέττα,
παίζαμε με τη φόρμα του, ρίχναμε κάτου
τ’ ομοίωμά του – χρώμα σε παλέττα.
Φτιάναμ’ εμείς τη στάση του μαζί του,
ήταν τυχαία και το σύμβολό μας˙
στο πέταγμα, στην τοποθέτησή του,
είχε τον ξένο μορφασμό και το δικό μας.
Ήταν ειρωνικός, μα και θλιμμένος,
στο παλκοσένικο ένας μώμος τραγικός,
ήταν ολοφυρόμενος, απεγνωσμένος,
σαν εμπροστά σε θαύμα, εκστατικός.
Ανάμπαιζε με τη δική του κάθε πόζα,
ενώ την είχε πάρει από τεχνίτη,
και στα κυττάγματά του τα σκαμπρόζα,
εμάντευες το δύσκολο και ψηλομύτη.
Ήταν αυτός, ολόκληρος κι’ ωραίος,
ανθρώπινος πολύ στη μπατιστένια
στολή του, στα κουμπιά του, φευγαλέος,
βραχνάς απ΄ τους βαθύτερους στην έννοια.
Κι’ έξαφνα, καθώς έγερνε, ήταν όλος
μια σκεπτική κι’ επιγνωσμένη εικόνα,
διανοητικός κι’ όμως μαριόλος,
δίπλωνε χαριέστατα το γόνα.
Σα νάταν ανεμπόδιστος στην πλάση,
χωρίς την ψεύτικην ευγένεια και τη γνώση,
ελεύθερος να κλάψει ή να γελάσει,
δίχως ν’ ακούσει σχόλια ή ν’ αρθρώσει.
Είχε του θετικού την παρουσία,
το ρεμβασμό ενός όντος νοητικού,
ευπρέπεια πολλή, ετοιμολογία,
κι ύφος κρυψίνου σ’ έμπασμα ιερού.
Άλλοτε είχε αυθάδεια μεγάλη
κι’ έπαιρνε η φάτσα του έκφραση πικρή,
περιφρονούσε τις κυρίες όπου οι άλλοι
θαυμάζανε, και του φαινόντουσαν μικροί!
Είχε χολή σε υπόσταση πανένια,
πλαστογραφούσε υπόκριση ρητή,
κι’ εσυγχυζότανε σα νιόκοπη γαρντένια
με τεχνητή καμέλια στο κουτί.
Είχε πρωθύστερη η μορφή του σημασία,
κι’ όμως μας απατούσε όλους μαζί,
κι’ ενώ ήταν άνθρωπος σωστός, ουσία
γυρεύαμε και θέλαμε να ζει…
Η χαμηλή φωνή – Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς, μια ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, εκδόσεις Νεφέλη, 1990)
*
Γιάννης Βαρβέρης, Μασκέ
Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.
Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τα’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;
Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.
(Άκυρο θαύμα, 1996)
*
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Αποκριάτικο
Ήταν να μ’ έβρεις
Απροετοίμαστο
Στο καρναβάλι…
Με κάποια μάσκα στο
Κεφάλι.
Ήταν να μ’ έβρεις
Απροετοίμαστο
Σ’ άγνωστο πλήθος…
Με το ίδιο σφίξιμο
Στο στήθος.
Ήταν να μ’ έβρεις
Απροετοίμαστο
Και πάλι μόνο…
Σε μια παρτίδα που
Δεν σώνω.
(Η ασφαλής ομήγυρη, αυτοέκδοση, 2015)
*
Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Απόκριες
Τις Απόκριες σκέφτομαι
να ντυθώ γυμνιστής
να τα πετάξω όλα.
Να διώξω το ψέμα.
Να πετάξω το προσωπείο μου
να αποκτήσω πρόσωπο.
Να σκίσω τους συμβιβασμούς
να κόψω τα λουριά.
Να μείνω γυμνός
και με την αλήθεια μου γυμνή
να κάνουμε έρωτα.
(Μεταμοντέρνες αυταπάτες, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2021)
*
Γεράσιμος Δενδρινός, Μάσκες
Μόνο όταν φύγεις μακριά,
τότε θ’ αφαιρέσω το προσωπείο
πίνοντας στην υγειά σου το αγαπημένο σου ποτό,
μήπως και ναρκωθεί για πάντα η μνήμη
και σβήσουν επιτέλους απ’ τον νου μου
οι εικόνες, οι κουβέντες και τα ψιθυρίσματα
σε ήσυχα δωμάτια με έντονη τη μυρωδιά των σωμάτων
που παραδόθηκαν τόσο εύκολα
στα ηδονικά μυστικά της νύχτας.
(Πρώτη δημοσίευση: Πέντε ανέκδοτα ποιήματα, Fractal, 2015)
*
Δημήτρης Μπαλτάς, Απόκριες
Πετούσε ψηλά, πολύ ψηλά∙
τρόμαζαν οι γονείς του
μήπως πέσει στη θάλασσα.
Κι αυτό όλο μπλεκόταν στα σύννεφα
και αντηχούσε μελωδίες και ήχους
συγγενικούς με το πρώτο τ’ ουρανού κλάμα.
Κι όλο πετούσε, πετούσε ψηλά
πιάνοντας κουβέντα με τα πουλιά,
χαζεύοντας τα θαλασσοπούλια.
Κι όλο ξεμάκραινε, κι όλο πετούσε
με τα μάτια να γυαλίζουν,
με την ψυχή του ανατέλλουσα εκτυφλωτική.
Κι όλο ξανοιγόταν και χόρευε μακριά
απ’ το ερεβώδες σάλπισμα του συμβατικά
αναμενόμενου, μακριά απ’ το επιλήσμον λεφούσι.
Κι όλο απομακρυνόταν άπεφθος κι αμέρωπος
μακριά από μελανείμονες υποσχέσεις,
μακριά απ’ τις καθημαγμένες συνειδήσεις.
Και οι γονείς του σκιρτούσαν από λαχτάρα
μα κι από φόβο και δεν ξεχώριζαν πια αν πετούσε
ο χαρταετός ή το παιδί τους.
(Τα λεπτά της σιωπής, εκδόσεις Κάκτος, 2023)
*
Ειρηναίος Μαράκης, Μάσκες
Κάθε Αποκριά μάσκες βάζουμε
πάνω από τις μάσκες μας
όχι από διάθεση για αλλαγή
αλλά για να κοροϊδέψουμε
τον καθρέφτη που κάθε νύχτα
μας δείχνει όπως ακριβώς είμαστε
γελοίους, ηλίθιους και τόσο τραγικούς
που την ατολμία μας για συγκρούσεις
γιορτή τη βαφτίσαμε
και διάθεση για ψυχαγωγία,
κάθε Αποκριά μάσκες βάζουμε
πάνω από τις μάσκες μας
πολύχρωμα γυαλιά
για να μην αναγνωρίσουμε
το φρικτό πρόσωπο του πολέμου,
τα μάτια των παιδιών
να μην αντικρίσουμε
που ζητούν παιγνίδι, αγάπη και λίγο ουρανό
μέσα σ’ ένα κόσμο
που στο παζάρι αντάλλαξε
τα όνειρα του
με κομφετί και πλαστικά μπιχλιμπίδια
κινεζικής κατασκευής.
(Πρώτη δημοσίευση: Χιώτικη Διαφάνεια, ειδησεογραφική σελίδα, στη στήλη που γράφει και επιμελείται η αρθρογράφος-ερευνήτρια Τασσώ Γαΐλα, 2019)

Από κάποιο παλιό Πατρινό Καρναβάλι / https://www.carnivalpatras.gr/gallery/old-photos/