Λίντια Ντίμκοφσκα, Δύο ποιήματα

Ο ΤΑΦΟΣ ΜΟΥ

Κάθε μέρα κοιτάζω τον τάφο μου στον κήπο,
περιλαμβανόταν στην τιμή του σπιτιού,
με μια σανίδα ξύλινη να σκεπάζει την τρύπα,
μια λευκή μαρμάρινη επιτάφια πλάκα,
μια φωτογραφία σε πλαίσιο χρυσό
και το έτος γεννήσεως με μια παύλα να χωρίζεται
απ’ την κενή ημερομηνία θανάτου.
Στέκει ανοιχτός ο τάφος κάτω απ’ την αχλαδιά, αντικριστά στο σπίτι,
με κοιτάζει ακόμα κι όταν την πλάτη του γυρνώ.
Την άνοιξη οι γάτες λυγίζουν τη σανίδα,
τα σπουργίτια πάνω στο δέντρο τον κουτσουλούν για καλή τύχη,
το καλοκαίρι κάποιο παραγινωμένο αχλάδι
σπάζει ένα κομματάκι απ’ την ταφόπετρα,
το φθινόπωρο η βροχή τη ράχη του διατρέχει,
ροκανίζει το περίγραμμά του,
τον χειμώνα το χιόνι τον βυθίζει βαθιά μέσα στη γη.
Τον χτυπούν κεραυνοί,
το επίκεντρο είναι κάθε σεισμού.
Καταρρέει, αποσαθρώνεται, αποσυντίθεται,
όλο και μικραίνει, ζαρώνει, κυρτώνει,
μπροστά στα μάτια μου εξαφανίζεται ο τάφος μου,
μέσα στην ίδια του την τρύπα πέφτει, σκόνη που γίνεται σκόνη.
Τον κοιτάζω σήμερα το πρωί, απέμεινε απ’ αυτόν μόνο
ένας σωρός από μάρμαρο που σκορπά στον άνεμο,
θραύσματα σανίδας για σπιτάκια πουλιών,
και η φωτογραφία στο χρυσό της πλαίσιο
να ίπταται γύρω από την παύλα από -έως.
Ο τάφος μου εξαφανίζεται όλο και πιο γρήγορα
όπως η ζωή μου.

*

ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ

Σαν αυτόματη πόρτα τρένου
έκλεισε πίσω μου η ζωή μου.
Στην αποβάθρα απόμειναν άνθρωποι άγνωστοι,
όμως ο καθένας ήξερε ποιον χαιρετούσε.
Στα βαγόνια-βαλίτσες βαβούρα,
επιβάτες με τα πόδια πάνω στα καθίσματα.
Και μια θέση κρατημένη, δίπλα στο παράθυρο,
που όλοι την κοιτούσαν απ’ τον διάδρομο.
Είδα μακριά μια γριά μαυροντυμένη να τρέχει,
έπεσε στο γρασίδι εξουθενωμένη,
δεν το πρόφτασε το τρένο.
Τράβηξα το κόκκινο φρένο.
Ο ελεγκτής έπεσε πάνω μου.
Έσπρωξα την πόρτα και πήδηξα έξω.
Το τρένο σφύριξε, απ’ τα παράθυρα υψώθηκε μια σκιά.
Η γριά με τα μαύρα δεν ήταν πουθενά.
Κι η ζωή μου χωρίς εμένα αναχώρησε.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Τεφλόν”, τεύχος 20, Χειμώνας-Άνοιξη 2019. Μετάφραση: Jazra Khaleed.

Leave a comment