Από αμφιθεατρικά πεζούλια
παράλληλα στο ποτάμι
με μια χαλύβδινη Γέφυρα δεξιά
και κρυστάλλινα Κτίσματα αριστερά,
ατενίζω έναν Πύργο πετρόκτιστο.
Μεσημέρι Κυριακής,
ο αέρας είναι λεπτός,
κυριαρχεί το σταχτί
πάνω από το χρώμα του χώματος –
σκέφτομαι
τι μπορώ να κάνω με τα συναισθήματα
που δημιουργούν οι εμπειρίες.
Αναρωτιέμαι
πόσα ενθυμούμαι
από τα προπύργια της ζωής.
Πόρθησα κάστρα
άλωσα χώρους
έχτισα γεφύρια
διέσχισα τάφρους.
Βρίσκομαι εδώ
με τον κότινο της νίκης,
με το μαντήλι της ήττας,
ανάμεσα σε γη και ουρανό,
κουκίδα και γίγαντας συγχρόνως,
πολλή φωτιά και πάγος
σε μουσική και όχθες.
Από θνητότητα καμωμένη
ασφυκτιώ
στην τρικυμία των αναμνήσεων
αρπάζω τα σύννεφα που λιάζονται.
Επιμένω –
σε λίγο ο ουρανός
θα δακρύσει για μένα
κι αμέσως θα ανοίξει την αυλαία
για να θριαμβεύει το φως.
Ανακινώ το σακίδιο της μνήμης –
πρώτα,
διαχέονται τα συναισθήματα
κατόπιν,
αναδύονται οι εικόνες.
Ντύνομαι στον χορό
που αποκαλούμε ζωή.
Και είναι ακόμη
μεσημέρι Κυριακής.
