Γιώργος Κοζίας, Καβαφικά ποιήματα

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.

Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.

*

Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται
στις χορταριασμένες Μυκήνες.
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.
Δεν έφυγαν. Τράβηξε
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».

Στο βουβό παλάτι οι πέτρες
τον κατάπιαν ζωντανό.

*

ΒΑΚΧΕΣ
(παράσταση)

Έναν αιχμάλωτο τον ντύσανε βασίλισσα.
Μπροστά πηγαίνουν σαλπιγκτές και ραβδούχοι.
Απ’ τα κορμιά τους κρέμονται πουγγιά
κι απ΄ τα τσεκούρια τους κεφάλια.
Ακολουθούν οι εταίρες, ο στρατός τραγουδώντας
τα κατορθώματα του Κράσσου.
Οι άνθρωποι του Σουρήνα μπήκαν στην πομπή
την ώρα που παράσταιναν τις Βάκχες.
Ο Ιάσων, έλλην ηθοποιός, παίζει
την Αγαύη. Σπαράζοντας.

*

Η ΥΠΟΔΟΧΗ

Οι Πάρθοι τον δέχτηκαν με τιμές.
Τον ανεβάσανε σε μεγαλόπρεπο φαρί.
Κι ο βασιλιάς Ορώδης του χάρισε
μελανό σημάδι-ενθύμιο της συνάντησης.

Τα τύμπανα χτυπούν στην παρέλαση.
Ο ξένος λύνει την κόρδα
του δοξαριού του. Μετανιωμένος
για τα δώρα που δέχτηκε κρεμάστηκε.

*

ΣΤΑΧΤΕΣ

Η Αλεξάνδρεια φόρεσε το στέμμα.
Γέμισαν άρματα οι δρόμοι. Της Σατραπείας
ανεμίζουν τα λοφία. Νίκησαν οι στρατηγοί.

«Ουρλιάξτε!», προστάζουν.
Και ουρλιάζουμε.
«Λογχίστε!».
Και λογχίζουμε τις στάχτες.

*Από την ποιητική συλλογή «Πεδίον ρίψεων», εκδ. Στιγμή, 2001.

Leave a comment