(… αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο θρόισμα ρούχου και ματιού
τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα…)
Αίμα της ήταν και μαζί του έφευγε!..
Και ποιον δε θα μάγευε!..
Τα γεμάτα χείλη μισάνοιχτα
τα βουερά φωτισμένα της μάτια
το πρόσωπο πάνω στο χώμα
ώστε κανένας άλλος να μην μπορεί να μπει.
Ας πεθάνει λοιπόν, ας πεθάνει
ας της λύσει απ’ τους ώμους τη σάρκα ο έρωτας
να ξαπλώσω επιτέλους πάνω στ’ άσπρα της κόκαλα!..
Σηκώνει το φαρδύ μανίκι της δαγκώνει ελαφρά το κιμονό της
ύστερα πιάνει τη βεντάλια της
και την ανοίγει ακριβώς κάτω απ’ τα μάτια!..
Τη βοηθούν να περάσει το χτένι στον κότσο της
αυτή χαμογελάει στον καθρέφτη
τη βάζουν τα πινέλα στα μικρά της δάχτυλα
αυτή σκουραίνει τα βλέφαρα!..
Τώρα θα κάνει τρία βήματα δεξιά
σιγά–σιγά θα λυγίσει το πόδι
η βάρκα ξαφνικά θα φύγει προς τα μπρος
η ώρα του θρήνου θα έρθει αργότερα!..
Οι χειριστές πρέπει να συντονίζουν την αναπνοή τους·
η κούκλα είναι και το πρόσωπο του δράματος
και ένα λυγερό κομμάτι ξύλο!..
Κι ακόμα σιωπηλές
γι’ αυτό κρατήσου μακριά από το τρυφερό χλωμό τους φως
καθώς κοιτάζουν ή φορούν το δαχτυλίδι τους
πριν βγουν το βράδυ στο μπαλκόνι
κρατώντας σε εξαίσια περισυλλογή μια κίτρινη βεντάλια
ή περπατούν στη γέφυρα
στον ήχο μαγεμένου αυλού και στις λεπτές ομίχλες
έτοιμες να προδώσουν μυστικά, να καταδώσουν ή
μόλις να γείρουν απ’ την κουπαστή
και να καθρεφτιστούν στα καταχθόνια νερά
ύστερα με τριανταφυλλένια μάγουλα
να διασχίσουν την αλέα και τις αίθουσες
αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο θρόισμα ρούχου και ματιού
τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα!..
