Βασίλης Νικολόπουλος, Τα πρόσωπα του πάγου  (ή ό,τι διαρκεί στη σκιά)

στην Αριάδνη

Τα πρόσωπα του πάγου / ή ό,τι διαρκεί στη σκιά…
χάδια, επιφάνειες τη νύχτα

Η Μεσογείων διαρκεί
Οι φίλοι διαρκούν και τα σκονάκια
Οι ράγες διαρκούν, τα τρένα όχι

Το πέλαγος διαρκεί και η μήτρα,
η στύση όχι
Οι φωτογραφίες διαρκούν, τα ποιήματα, τα στριφτά τσιγάρα

Αυτό που δεν εμπορεύεται διαρκεί… οι φυλακές
Η θεία λειτουργία διαρκεί… τα στρωμένα χαλιά
Τα γόνατα σπάνε, όχι

Τι άλλο διαρκεί

Τα ψεύτικα λουλούδια διαρκούν, και τα αληθινά
Η όσφρηση όχι
Οι νότες διαρκούν…

Το να είσαι υπέροχη

*

Γυροφέρνοντας (με) τον Ντύλαν

Ωσότου ξεχρεώσεις
όλα του πάνω κόσμου τα τσιγάρα
θα ‘χουνε καεί
Ύμνοι θα γράφονται για την αγάπη
και τον έρωτα
Μα πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

Τίποτε πιο αμείλικτο δεν γνώρισα
από την ομορφιά
γεννημένη Φθινόπωρο
είτε σε κάποιου καλοκαιριού το χείλος ∙
κι ο χρόνος στραφτάλιζε στην πέτρα
σαν λεπίδι

Υπερβολές, θα πεις…
Ω! πάντα υπερβολές
Και οι εκδότες αύριο
θα γλείφουνε τα κόκκαλα,
ριγμένα στο πλατύσκαλο από χέρι
Η αρρώστια συρτή θα κάνει στις οδούς
και πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Πες με ονόματα
που του ανθρώπου η ανημπόρια,
όσους τα φέρανε, τους κράτησε στο πόδι,
κι άλλα, όσων ταξίδι φύγανε αγύρτικο
από λάθος
Κι οι σκύλοι να χορεύουν της νύχτας
τον χορό
και τα παιδιά να μεγαλώνουν στην πλατεία
Λογαριάζεται η αγάπη;
Ο θάνατος;

Τέσσερις δρόμους διασχίζεις διαγώνια,
σ’ εκείνο το σημείο, το κενό ∙
και οι τρελοί θα σου μιλάνε πάντα με τα μάτια

*

στον Vic Chesnutt

[Πάντα συμβαίνει μια μάχη,
κι αν είναι να τσακιστείς
καλύτερα κάνε το χορεύοντας]

Η ζωή είναι μάχη σε ανισόπεδο κόμβο
Σταματά ή και δανείζεται ρόδες,
τρέχει για την επόμενη πόλη
σαν κάθε ένα απ’ τα μικρά σύννεφα

Γονατίζω εμπρός στην Αμερική του Γκίνσπεργκ
Το γόνατό μου δεν κάνει κρακ
Η ξεκαρφωμένη σανίδα στον προθάλαμο δεν κάνει κρακ
Ο πόλεμος θερίζει τις πιθανότητες μιας μέρας
άξιας να ιστορηθεί

Η πεταλούδα απόψε δεν κάθεται στον ώμο μου, ούτε και πουθενά
Χορεύει ολοπράσινη πάνω απ’ το τοπίο, στα μάτια μου μπροστά
Θέλει να πει, μην ανησυχείς, η ζωή έχει πλάκα ∙
μαύρες γάτες, ελεήμονες Θεούς, σφυρίγματα τη νύχτα

Leave a comment