Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ
Θα ήθελα μες στα βουνά
να ‘φευγα
μες στις αχτίνες του ήλιου,
στο γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανύ
στις κάτασπτρες προσόψεις των σπιτιών,
μακριά απ΄ τον εαυτό μου,
στο άγνωστο.
Σ’ ένα άγνωστο όμως που να ‘ναι γνωστό
πιο γνωστό απ’ οτιδήποτε
πιο γνωστό απ’ το κάθε τι
πιο γνωστό απ΄ τη σιωπή που μουρμουρίζει
στο κεφάλι μου
Όμοιος με τον αέρα να εισέρχομαι παντού,
μακριά απ’ τα πράγματα
και μαζί μ’ αυτά συγχρόνως.
Θα είμαι τα πράγματα και δεν θα είμαι εγώ,
ο εαυτός μου.
Δεν θα έχω βάρος, θα είμαι αόρατος.
Μες στο φως χαμένος θ΄ακτινοβολώ.
*
ΔΥΟ ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ
Σήμερα, αυτήν εδώ τη στιγμή
μπροστά στο παράθυρο
με τον γκρίζο ουρανό πίσω του,
όλα εξομαλύνθηκαν.
Αισθάνομαι γυμνές τις πατούσες μου
μέσα σε λινά παπούτσια.
Οσφραίνομαι τις αναθυμιάσεις
από την κουζίνα του απέναντι εστιατορίου.
Ακούω το μεσημεριανό κομπρεσέρ της Αθήνας,
τα στριγκλίματα από τα λάστιχα και τα κλάξον.
Βλέπω τις κεραίες της τηλεόρασης.
Είναι μια διάφανη μέρα
χωρίς καθόλου αναμνήσεις.
*
ΦΕΥΓΑΛΕΟ
Μέσα από τις κεραίες
η θάλασσα –
χάθηκε η εικόνα μέσα
σ’ ένα λεπτό –
Ήχοι, όχι θόρυβοι
μεσημεριανοί μες στη ζέστη –
Φυσά ο αέρας.
*Από τη συλλογή “ γραφτά”, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα 1998.
