ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ
Να βλέπεις την καρδιά σου μεγαλόπρεπη από ευσέβεια
Ολολύζοντας μοναχική πνιγμένη στο ύπνο
το μόνο ευαίσθητο σημείο
μέσα στ’ ανούσιο από το πάχος κορμί σου
Να βλέπεις την καρδιά σου για να την ακούς καλύτερα
Να βλέπεις τις σκέψεις σου που φέρνουν γύρα
μες στα ταριχευμένα μάτια σου
θλιμμένες από τη μακριά μελαγχολία των αιώνων
Να βλέπεις τις σκέψεις σου για να τις μασάς καλύτερα
Να βλέπεις τους σπασμούς της συνείδησής σου
περιτυλιγμένους την τροφή
Να βλέπεις τον εγκέφαλό σου για να τον ακούς καλύτερα
Να βλέπεις μα να μην παρατηράς ποτέ σου
*
ΟΜΟΡΦΟ ΤΕΡΑΣ
Η αρρώστια μουστακιών π’ ανεμίζουν
με παραμονεύει
κάθε φρά που κάτω απ’ το τραπέζι
ξανασμίγουν τα μάτια μου
Το μακρύ μουσικό του χέρι
χώνεται ανάμεσα στα βυζιά μου
και μου σφίγγει το απόστημα
μέσα στ’ αυγό
Η μύτη μου στάζει σαν σωλήνας
τα μαλλιά μου πέφτουνε θλιμμένα
κι η δυσωδία των εθελοντικών εξευτελισμών
με βασανίζει
Οι γάμπες μου πετούν πιο ψηλά
ανοιχτά κοχύλια, λείες γούνες
προσκαλωτας τα τρυφερά στόματα
τα ψαλλίδια τους ιππόκαμπους σε αχόρταγα σφιξίματα
να μοιράσουνε τις ηδονές τους
τα χαμόγεά τους τα στολίδια τους
και τα μπιμπίκια της νεότητας
που πιάνουν έμπυο
*Από τη συλλογή “Όρνια”, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1987. Απόδοση: Ε. Κακναβάτος.
