Διομήδης Βλάχος, Notturno

Τι μεταμεσονύχτιος θρίαμβος κι αυτός!
Πώς ράγιζαν οι πλάκες
απʼ τον αντίλαλο του φεγγαριού
πώς έτρεμε ως το κόκκαλο
ολόγυμνη η πλατεία
κʼ υστέρα πώς η πόλη
αποτραβήχτηκε στην κώχη της
κι από κει μέσα παραμόνευε
μʼ όλες της τις πληγές ορθάνοιχτες.

Και ξαφνικά νʼ ακούγεται
βουή τεκτονικού σεισμού
τα σπίτια να τινάζονται στον ουρανό
κʼ οι σπόνδυλοι των άστρων
να κατρακυλούν στη θάλασσα.

Νύχτα ατέλειωτο βάραθρο
λεπίδι της αγρύπνιας μου ασημένιο.

Η πόρπη της παρθενικής σου ζώνης

Μόνο σαν νύχτα αφέγγαρη
περάσουνε τα μεταγωγικά
κʼ η πόλη ανυπεράσπιστη
παραδοθεί γυμνή στους βιαστές της
όταν ιστός κατάλευκος σαλπάρεις
κι ούτε ως λαθρεπιβάτης πια
δεν θα μπορέσω να διασχίσω
τον γκρεμό ανάμεσα στα δυο σου στήθη
—πόσο μάλλον την αγιάτρευτη λύπη σου
που οχυρωμένη σε κορφές απάτητες θερίζει-
σαν τσακιστεί το τελευταίο δοκάρι
και πλημμυρίσει η θάλασσα
με νάρκες αστεριών
αφού ακουστεί πως ήρθε πια
το πλήρωμα του χρόνου
μόνο τότε την τελευταία στιγμή
γυμνό σπαθί αλαβάστρινη σιωπή μου
θα πάρω φυλαχτό την πόρπη
της παρθενικής σου ζώνης
που μουσκεμένη στο άσπιλο αίμα σου
σε δίσεκτους καιρούς
μπορεί και γίνεται η αγρύπνια μου
ή θυρεός που την κατάλληλη στιγμή
είναι ικανός να εκραγεί
να στείλει στο βυθό τα πάντα.

Ως πότε θαʼ σαι το λεπίδι
ο πετρωμένος χρόνος
που οριοθετεί την πίκρα μου
μη δει το πλάτος της
μη σκύψει στη χαράδρα του ονείρου
και ξεχυθεί αχαλίνωτη καλπάζοντας
ως πότε διάτρητος από μεταπτώσεις
ομοβροντίες και αντιπαροχές
θα σε ακολουθώ
δεν βλέπεις μέσα μου βαθιά
κρυφά, πολύ κρυφά κι αθόρυβα
που ανθίζει η νύχτα;

Leave a comment