Άξεστο
το παλληκάρι που ζει εκεί
δίπλα στο πάτωμα π’ αλωνίζεται το ρύζι·
σα δυό ρίζες μπανάνας
στα πλευρά του χωριάτικου χαντακιού,
κοιταζόμαστε,
αγαπιώμαστε,
αλλά δε θα με πάρει.
Ζηλότυπη
η ερωμένη του που είδα πριν δυό μέρες στο πλυντήριο
να κατεβαίνει το μονοπάτι κόντρα στον άνεμο.
Ήταν περήφανη·
άραγε γιατί φορούσε μια παχειά προβειά
κοράλλια στολισμένη
ή γιατί ‘χαν μόλις ξαπλώσει;
Όμως δεν είναι η θύελλα
που θα ισοπεδώσει το λεπτό καλάμι,
μήτε η ξαφνική ραγδαία βροχή
στο διάβα κάποιου σύννεφου
που θ’ αφηνιάσει
το γαλάζιο ταύρο.
Είμαι κατάπληκτη:
ο άγονος μεγάλος βράχος
κράτησε τη βροχή του κατακλυσμού
κ’ είν’ η φωτιά που τρίζει
τα σκάρτα σπυριά του καλαμποκιού,
τέτιος φημισμένος καπνιστής
που πήρε καπνό
όταν δεν είχε πια χασίς να πιεί.
Μια δόση χασίς;
-Ξεπήδησε στην Αντρινγκίτρα,
ξοδεύτηκε στην Ανκαράτρα,
δεν είναι παρά στάχτη σ’ εμάς.
Ψεύτικη τέρψη
ανάβει λίγον έρωτα
αλλά η λάμα έχει κόψεις·
γιατί ν’ αλλάξει ότι είναι φυσικό;
-Αν σ’ έκανα να λυπηθείς
κοιτάξου μες στο νερό της μεταμέλειας
θα νιώσεις εκεί μια λέξη που άφησα
Γεια σου, στροβιλισμένο πρόβλημα,
σου δίνω την ευχή μου:
πάλαιψε με τον κροκόδειλο,
ορίστε τα τρόφιμά σου και τρία νούφαρα
για το μεγάλο δρόμο.
*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο Ανθολογία Νέγρων Ποιητών, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Αλέξη Τραϊανού. Διατηρείται η ορθογραφία του μεταφραστή.
**Ο Flavien Ranaivo γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1914 στο Avironimamo της Μαδαγασκάρης και πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 στην Troyes της Γαλλίας. Ήταν ποιητής και δημοσιογράφος. Ανάμεσα στα άλλα εξέδωσε και τα L’ombre et le vent (1947), Mes chansons de toujours (1955), Le retour au bercail (1962), Littérature magache (1956) και Images de Madagascar (1968).


