(Ανάπλαση*: Παναγιώτης Κουσαθανάς)
Όλη μέρα δουλειά, το βράδυ σουρωμένος.
Ξυπνώ στις τέσσερεις· βουβό σκοτάδι, πίσσα.
Σε λίγο θ’ αρχίσει να φέγγει στις παρυφές της κουρτίνας.
Στο μεταξύ, ο πανταχού παρών μια μέρα πιο κοντά μου.
Μουδιασμένο μυαλό: πώς, πού, πότε; Άκαρπες ερωτήσεις.
Ωστόσο ο τρόμος της ώρας του θανάτου, ο φόβος πως θά ’μαι νεκρός
σαν αστραπή με αδράχνει και με γεμίζει φρίκη.
Το μυαλό αδειάζει μέσα σε τυφλωτική αντηλιά.
Δεν μιλώ για ενοχές –το καλό που δεν έκανα,
την αγάπη που δεν έδωσα, τις μέρες μου που φυλλορόησαν–
ούτε και για μιζέριες μιλώ: πολύ καιρό θέλει η ζωή να την ανεβείς
και τα πρώτα λάθη της μπορεί διά βίου να σε κυνηγάνε.
Το μυαλό αδειάζει μέσα στο μεγάλο κενό του πάντοτε,
στη βέβαιη εξαφάνιση προς την οποία οδεύουμε
και όπου παντοτινά θα καταποντιστούμε.
Ούτε εδώ ούτε πουθενά – όπου να ’ναι, να ’τος, θα φανεί.
Τίποτα πιο τρομερό, τίποτα πιο αληθινό.
Περίεργος φόβος, αδύνατο να τον κοροϊδέψεις.
Είναι αλήθεια πως η θρησκεία προσπάθησε!
Υφασμένο στο στημόνι της μουσικής το ράσο της,
βαρύτιμο και σκοροφαγωμένο, καμώνεται τάχα μου πως δεν θα πεθάνουμε.
και τι να πεις για την άλλη ψευτιά πως «ο μυαλωμένος άνθρωπος
δεν φοβάται κάτι που δεν πρόκειται να το αισθανθεί».
Μα αυτό ακριβώς τρέμουμε – τίποτα να μη βλέπεις, να μην ακούς,
να μην αγγίζεις, να μη γεύεσαι, να μη μυρίζεις,
να μην έχεις μυαλό για να σκεφτείς, ούτε ν’ αγαπάς και να δένεσαi.
Από τέτοιο αναισθητικό δεν συνέρχεσαι.
Έτσι είναι κι έτσι μένει μια θολή, ακαθόριστη εικόνα
άκρη άκρη στο μάτι, μια παγωνιά που επιμένει
να ναρκώνει τη θέληση, να εξανεμίζει τις αποφάσεις.
Πολλά τα πράγματα που δεν θα γίνουν· ο θάνατος, αυτός θα γίνει.
Όταν βρεθείς χωρίς παρέα και πιοτό, ο φόβος αβάσταγος ορμά,
πυρά του φούρνου σαν σύρεις την πλάκα.
Το κουράγιο ίσα ίσα φτάνει να μην τρομάζεις τον άλλο
κι η γενναιότητα δεν σε γλυτώνει από το μνήμα σου.
Είτε κλαψουρίζεις είτε τον αψηφάς, ίδιος ο θάνατος σιμά σου.
Σιγά σιγά το φως δυναμώνει κι όλα παίρνουν σχήμα στην κάμαρα.
Ό,τι ξέρουμε, ό,τι πάντα ξέραμε, είναι μπροστά μας χειροπιαστό
σαν την ντουλάπα εκειδά στη γωνιά. Να το αποφύγουμε δεν μπορούμε,
να το δεχτούμε δεν γίνεται· ας αποφασίσουμε επιτέλους.
Στο μεταξύ το τηλέφωνο παραμονεύει έτοιμο να χτυπήσει
στα μανταλωμένα γραφεία, και αδιάφορος ο περίπλοκος κόσμος,
ο κόσμος που νοικιάζουμε, αρχίζει ν’ ανακλαδίζεται.
Ουρανός μπαμπάκι, ο ήλιος καταχωνιασμένος κι η δουλειά περιμένει.
Οι ταχυδρόμοι σαν τους γιατρούς πάνε από πόρτα σε πόρτα.
*Η απόδοση στα Ελληνικά του ποιήματος του Philip Larkin (1922-1985) πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια στο περιοδικό Ευθύνη, τχ. 269 (Μάϊος 1994, σσ. 254-255). Παρ’ όλο που αυτή η προσπάθειά μου δεν αποτελεί διασκευή, αλλά απόδοση στη γλώσσα μας –ή καλύτερα δοκιμή να λειτουργήσω περισσότερο ως ερμηνευτής του (interpreter, interprète) παρά εκτελεστής (performer, exécutant), όπως θα λέγαμε στη Μουσική–, προτίμησα τον όρο «ανάπλάση» γιατί πιστεύω ότι το δύσκολο έργο της μετάφρασης από τη φύση του δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη ζύμωση – της γλώσσας πηγής και της γλώσσας στόχου, του ποιητή και του μεταφραστή· ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να διατηρεί κάτι, ελάχιστο έστω, από το πλάσιμο και τη μυρωδιά του επιούσιου.
Π.Κ.
** Εδώ θα βρείτε τη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του Τεφλόν:
http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1253559830&archive=&start_from=&ucat=5&