Δεν ξέρεις
πόσα τσιγάρα σε περιμένω.
Ξεροσταλιάζουν όλα μου τα δόκανα.
Σφαχτάρια στα ποδάρια σου άφησα
τα δυό μου τα διαζύγια
-το αίμα αποσιωπάται εδώ-
εκείνο το παλιό τικ-τακ
ανάμεσα σε παραμύθι κι έγκλημα.
Το ότι έχω χέρια ευγενικά
σχεδόν γυναικεία
δεν σημαίνει απολύτως τίποτα –
υπήρξαν χασάπηδες που ακούγανε Βάγκνερ
μαζεύανε (μαζί με τα παιδιά τους) φράουλες
γύρω απ’ τα κρεματόρια
τι όμορφη μέρα, Χανς
τι όμορφη μερα, Γκρέτελ
δεν ξέπλεναν καν τη στάχτη
(προσδίσει -λέει- μια ενδιαφέρουσα στυφάδα)
δεν ξέρεις πόσα τσιγάρα σε περιμένω.
SONDERKOMMANDO
Και τι να ξέρεις, Κατακούτελε
καλύτερα από μένανε,
ο που κουβάλησα κορμιά
άξαφνα ασήκωτα
από μια σφαίρα τόση δα
ή μια υποψία κυάνιο
κάτω απ’ τα νύχια
Θέλω να ξέρεις, Κατακούτελε
δεν υπήρξε αστράγαλος που δεν χάιδεψα
μια στοργή οριακά εκπρόθεσμη,
πρόχειρο ξόδι,
τα τερερέμ στα σπλάγχνα μου
σαν ρέψιμο
φαιδρύνω
τη φαιδρή συντέλεια
αποβλακώνομαι συχνά
μιλάω στις τσουκνίδες
ατα παλιόχορτα
Να τα θερίσεις όλα, Κατακούτελε
Έτσι κι αλλιώς,
οι μύγες θα προδώσουν μυστικά
-όσοι γλιτώσουν από μας-
Οι λιμασμένες μύγες
*Από τη συλλογή “Sonderkommando”, εκδόσεις Άγρα, 2023.
