Εδώ όπου το στάρι χρυσαφίζει στα λιβάδια
Για να θυμίζει τα μαλλιά της
Με τζιτζικιές ή τριζονίσματα
Τίποτα πια δεν έρχεται κουτί και κούπα·
Και η ζωή που ονειρεύτηκες δεν υπάρχει
Καρφιτσωμένη σε κανένα χάρτη
Και μόνο εκείνα τα τραγούδια
Ακούγονται να φτάνουν
Από μακριά στα δηθενάδικα
Στις ψευτουριές της διασκεδούπολης·
Εδώ λοιπόν κάτω απ’ το δέντρο
Με την τραγιάσκα και την αγκυλίτσα του
Καθόταν ο παππούς και ρέμβαζε
Τις χαμένες αγάπες
Όταν τον είδες για τελευταία φορά
Και η αύρα τρύπωνε στις φυλλωσιές
Περνώντας σα γέλιο κοριτσιού ή νεράιδας
Μέσα απ’ τα χρυσαφένια στάχυα·
*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, Μάιος 2022.

Απεικονίσεις που κεντούν ρομαντική διάθεση, νοσταλγία με κριτική συνείδηση. Μήπως, όμως, τα δηθενάδικα και οι ψευτουριές τής διασκεδούπολης ( δήγματα, ευστόχως, αλγεινά ), είναι η άφευκτη – νομοτελειακή αλληλουχία των προηγούμενων γενεών;