Αλέξης Τραϊανός, Βράδια που ήρθα κι έφυγα

Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή
Με αέρα και νύχτα
∆ρόμους κι εμένα

Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν
Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό

Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα

Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου
Και στον εαυτό μου το ακουμπώ

Μέρες τώρα δίχως να γράψω
Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου
Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου
Καλύτερα να κοιμόμουν
Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως
Μαραμένους αγγέλους
Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου

Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό

Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές
Ξερές και παλιές Τίποτα δε φυτρώνει
Μια μέρα γίνεται από μπετόν
Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας

Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν
Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν
Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο
Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό
Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της
Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της
Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της

Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον

Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι
Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου
Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα
Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου
Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο
Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου
Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου
Τα τελευταία χαρτιά
Για πάντα

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλω̟α / Cancerpoems” (1977).

ένα έτσι, έχω εξασκηθεί στην απουσία μου

Έχω εξασκηθεί στην απουσία μου
Γνέφοντας με κάθε ευκαιρία
καταφατικά στη σιωπή μου
Μεγάλη μικρή σιωπή,
εύκολα προσδέσιμη στο φτηνό μου άρμα
Μονος και στη μέση του κόσμου
Η απουσία μου δεσπόζει
πάνω σε αυτό το κορμί, ολοκληρωτικά
Κοιτώντας ευθεία προς τον χαμό
όλων των αγαπημένων μου ανθρώπων
Ανώφελα κι ανέξοδα. Αμετάκλητα
Από το χέρι μιας μοίρας κενής
κι αποτρόπαιας
Ξεριζώνοντας τη φωνή από τα στήθια μου
και καρφιτσώνοντας την
στο πρώτο περαστικό σύννεφο
Το σύννεφο που φεύγει μακριά και χάνεται
Κρύβοντας μέσα στον ορίζοντα
όλα όσα ποθούσα
Συνεχίζοντας να περπατώ
ανέμελος και σκυθρωπός, εδώ,
πάνω στα βήματα των άλλων
Τόσων πολλών άλλων, ολότελα άλλων
Καταρρίπτοντας κάθε επιθυμία
Τα φαντάσματα να σέρνουν τα κλειδιά
έξω από την πόρτα μου
Ρουφώντας τις πολύτιμες
χημικές βιταμίνες μου από τον κώλο
Χέζοντάς τες και ρουφώντας τες ξανά
Γυαλίζοντας πέτρες με την γλώσσα μου
Ταχυδρομώντας τες σε δέντρα
Δέντρα τρυφερά και καμμένα
Σκάβοντας τον τάφο μου ολομόναχος
Τρυπώντας με τα χέρια όλο το ταξίδι
μέχρι την κόλαση
Σφίγγοντας τα δόντια μου
μέχρι απόγνωσης
Θρυμματίζοντάς τα και σκορπώντας τα
μέσα σε ποιήματα προσευχές
Φυλακίζοντας κάθε σπιθαμή τρέλας
μες στο μικρό μου δωμάτιο
και πυρπολώντας κάθε έξοδο
προς την πίστη μιας διεξόδου
Αφήνοντας κάθε ερώτηση αναπάντητη
ειδικά όσες πρόκειται να στοιχίσουν
λίγο παραπάνω, πολύ παραπάνω
από όσα θα μπορέσω ποτέ να πληρώσω

Χρεοκωπόντας, ξανά και ξανά,
έως ότου το τελευταίο χτύπημα
να μην θυμίζει τίποτα από όσα ήμουν
ή κάποτε καταφέρω να γίνω

Νόα Τίνσελ, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Alain Laboile

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΡΗΣΙΜΗ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΟΥ

Δεν είμαι χρήσιμη
Στο έθνος μου
Δεν έχω παιδιά
Να τα πάω την παρέλαση
Να τους μάθω ιστορία
Και τον ύμνο
Πώς προφέρονται οι λέξεις
“περηφάνεια” και “καθαρότητα”
“ήρωες”
“φυλή”

Τα ωάριά μου
Συντρίβονται στη λεκάνη
Και σκορπίζουν

Κι εκείνα
Που μου γεννάει το μολύβι
-σωστά τέρατα-
Έχουν εκπαιδευτεί από νωρίς
Στην προδοσία

*

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ

Τα καλύτερα μπάνια μας
Τα κάναμε ξημέρωμα
Μετά τα 30
Όταν όλοι νοικοκυρεύονταν
Εμείς βγαίναμε από τη θάλασσα
Γυμνές

Χωρίς σχέδια για το υπόλοιπο της μέρας

*Από τη συλλογή “Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδ. θράκα.

Δημήτρης Ζουγκός, Οι πολλές μορφές του θανάτου

Τι με έφερε σε αυτή την καταιγίδα;
Τάχα δεν είμαι αρρενωπός
να κοιτάξω κατάβαθα τα σύννεφα
και να διατάξω την διάλυση
ή τάχα τα χρόνια δεν με τύλιξαν με γάζες
και καμία βροχή μέσα μου εισδύει;

Παράξενο είπα και συνέχισα

Ι
Τόσος καπνός ξοδεύτηκε στα υπόγεια
σκέψεις που θρυμματίστηκαν το πρωί
κι η πείνα – αχ αυτή η πείνα
να περιγελάει τους ανώτερους σκοπούς σου

Παράξενο είπα και συνέχισα

ΙΙ
Αργές μέρες φέραν αργές νύχτες
ότι και να κάνεις δεν έχει σημασία
δεν μπορείς να σταματήσεις τα φαινόμενα
και μαθαίνεις αντίθετα με ότι πιστεύεις
πως η απουσία σου δεν σημαίνει τίποτα

Παράξενο είπα και συνέχισα

ΙΙΙ
Τα ψιλά δεν φτάνουν για τσιγάρα
και τα επόμενα δέκα λεπτά
καμιά επιτυχία δεν σε περiμένει
αν καταφέρεις και δεν κλάψεις
δυο μπαμπουίνοι θα χειροκροτήσουν ρυθμικά
την γενναιότητα σου
Τι στο διάoλο πάει να πει αυτό;

Παράξενο είπα και συνέχισα

IV
Είσαι σπουδαίος
μπορείς να τερματίσεις την ζωή σου ότι ώρα θέλεις
ανέλυσες τα σκοτάδια και την φρίκη τους
και κάποιοι είπαν πως αξίζεις καλύτερη τύχη
Τους πίστεψες.

Παράξενο είπα και συνέχισα

V
Ακίνητος ο κόσμος ακίνητος κι εσύ
Θαρρείς πως περπατάς και αναρωτιέσαι
πως θα ξεφύγεις από τον θάνατο
Ανόητε, μονάχα η ίδια η ζωή ρωτά
μονάχα η ζωή αναρωτιέται
ζωή;

Παράξενο είπα και συνέχισα.

Έρινα Χαραλάμπους, Τρία ποιήματα

Ι.

Πάνε δέκα χρόνια κιόλας
ατέρμονη αναμονή
για το κυριολεκτικά
ασύλληπτο

Βαθιά εισπνοή

ΙΙ.

Με όλη τη δύναμη των πνευμόνων
εισπνέω βαθιά τη νύχτα
εκείνη του μήνα
που δεν είσαι εδώ
απαλλαγμένη από ενοχές
μιας πιθανής ύπαρξής σου
εκπνέω τον πόνο
της απίθανης σύλληψής σου
και γίνεται βάλσαμο
καπνός

ΙΙΙ.

Η μήτρα μου κι η θάλασσα
Ποτέ δεν ησυχάζουν

Μαζί μετράμε τα χρόνια
μαζί και τις απώλειες
σε ένα παράλληλο σύμπαν
μαζί χάνουμε τα παιδιά μας
εσύ στη θέλασσα εγώ
ας το ονομάσουμε ποτάμι

Μα δεν συγκοινωνούν
ποτέ αυτά τα δύο

*Από τη συλλογή “Ταυ – Είκοσι οκτώ ριπές και ένα πολεμικό ανακοινωθέν”, εκδ. Θράκα, 2022.

Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Τρία ποιήματα

Οι διανοούμενοι
στον καιρό της ειρήνης
ποτέ δεν εγκαταλείπουν τη χώρα τους.
Τα οικόπεδα
είναι φθηνότερα,
οι εργάτες τσάμπα
και επιτέλους οι τυφλοί
μοιάζει να είναι περισσότεροι
απ΄ τους ίδιους·
τους μονοφθαλμους.

*

Δικαιοσύνη σημαίνει
Ποινικοποίηση της φιλανθρωπίας.
Ποια άλλη απόδειξη χρειάζεται
για να μάθουμε
ποιος έκλεψε
;κόμα και τα ψίχουλα
που επιστρέφονται
στους φτωχούς
σε μορφή ελεημοσύνης;

*

Ρατσιμός ονομάζεται ο θεός
των αμόφωτων κομπλεξικών
και των παραμορφωμένων καλοταϊσμένων.

*Από τη συλλογή “αδιαφορισμοί”, εκδ. Χαραμάδα, 2012.

Νίκος Λάζαρης, Όρθιοι μπροστά στη φανταστική οθόνη

Αυτός ο λόφος δεν ήταν εδώ
αυτά τα δέντρα μας κοίταζαν από άλλη θέση
αυτά τα μισογκρεμισμένα σπίτια στο βάθος
είδαν τη στέρηση, είδαν την αδικία
κι έβγαιναν τώρα λες
από ένα βαθύ χάσμα μνήμης,
λάμποντας παράξενα στο δειλινό
σαν επιτάφια νησιά ανθισμένα.
Μέσα στους έρημους δρόμους μια σκιά,
ύστερα άλλη κι άλλη
και το φτερούγισμα μιας μακρινής υπόσχεσης
― ήχος ξερός στην αδειανή λεκάνη της καρδιάς.
Απροσδόκητα τότε ερχόταν
τεντωμένος εκείνος ο μεγάλος άνεμος
και μας έσπρωχνε όλους
πολυκατοικίες, ανθρώπους, αυτοκίνητα
και θερινά σινεμά,
ολοένα με μεγαλύτερη δύναμη
προς την τρικυμισμένη θάλασσα.

Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

ΓΙΟΡΤΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Σαν τον δίχως φτερά και κλεισμένον στα μάτια μου άνεμο
είναι του θανάτου το κάλεσμα.
Ένας άγγελος μόνο θα με συνδέσει με τον ήλιο.
Όπου ο άγγελος
εκεί και ο λόγος του.
Ω να τρυπάει με το κρασί την απαλή τού όντος αναγκαιότητα.

*

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΛΗΓΗ

Ποιό κτήνος πεπτωκός και κατάπληκτο
παρασύρεται άραγε απ’ το αίμα μου
και θέλει να σωθεί;
Εδώ είναι τα ζόρικα:
να περπατάει στους δρόμους
και τα όρια να σημειώνει
του ουρανού ή της γης.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Jorge Palma, Water black / Νερό μαύρο

black water you are in heaven
And you go down with rage
In the mouths of the poor….
Waste Water.
Water from the sewers.
Water black of confessions
of physical pressure
of the bitten rib
of the deaf and cowardly blow,
of the hematoma.
black water that shakes
life
the air
The 7 layers of heaven.
High water, thick, difficult
to swallow.
black that hurts.
black what a move
like a frozen shadow
Front and back
of a laced body
no strength to scream anymore.
Because the water black
it goes down with rage
on the human vocation
of the men.

Νερό μαύρο

Μαύρο νερό είσαι στον παράδεισο
Και κατεβαίνεις με οργή
Στα στόματα των φτωχών….
Απόβλητα νερού.
Νερό από τους υπονόμους.
Νερό μαύρο των εξομολογήσεων
της φυσικής πίεσης
της δαγκωμένης πλευράς
του κουφού και δειλού χτυπήματος,
του αιματώματος.
μαύρο νερό που τρέμει
ζωή
ο αέρας
Τα επτά στρώματα του ουρανού.
Υψηλό νερό, πυκνό, δύσκολο
να το καταπιείς.
μαύρο που πονάει.
Μαύρο, τι κίνηση!
σαν μια παγωμένη σκιά.
Μπροστά και πίσω
…ενός δαντελωτού σώματος…
Δεν υπάρχει δύναμη να ουρλιάξεις πια.
Επειδή το νερό είναι μαύρο
…πέφτει με οργή…
στην ανθρώπινη έφεση
των ανδρών.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Monika Herceg, Δύο ποιήματα

πρώιμο φθινόπωρο

οι μουσκεμένες ψυχές της οξιάς τρίζουν τη νύχτα
απλώνουν τα δαχτυλίδια τους στο νερό
η αρχή του κόσμου και του βορρά
ένας ομόκεντρος κύκλος

τα κυκλάμινα νιώθουν τον ύπνο
να διεισδύει με θράσος
να διαβρώνει τους βολβούς
να κατακάθεται στη γονιμότητά τους

οι ερωδιοί μεταναστεύουν τον σεπτέμβρη
από τη μια μεριά της λίμνης στην άλλη
ακολουθούν τον ήλιο που σκίζεται απ’ τα καλάμια
ενώ οι γυναίκες φωνάζουν πλένοντας τα ρούχα
στο παγωμένο νερό μέχρι τα γόνατα
απλώνονται σαν την αγριάδα της καστανιάς

το μόνο που μένει για μας
είναι να οργώσουμε τα βάθη του ύπνου για άλλη μια φορά
να μοιραστούμε το τελευταίο φως με τις ελαφίδες
που πριν το σούρουπο θα βγάλουν τη γούνα τους
και θα ζεστάνουν τα γυναικεία χέρια.

*

οι κουφές γάτες

όταν ο θεός της βροχής αναδιέταξε τον ουρανό
ο πρώτος κεραυνός χτύπησε τον στάβλο μας
ο δεύτερος χτύπησε τη μικρή κάτα

την έθαψαν μέχρι το πηγούνι
στον κήπο δίπλα στα παρτέρια με τα κρεμμύδια
και περίμεναν δυο μέρες
να βλασήσουν τα χέρια της’
από το μυσκεμ’ενο μάυρο χώμα

ήταν ένα ακόμα θαύμα
που είδαν με τα μάτια τους οι χωρικοί
οι κουφές μας γάτες νιαούριζαν απελπισμένα
ανίκανες να ακούσουν τις φωνές τους ή τα γουργουρητά
στα γεμάτα από ποντίκια και γατάκια σπλάχνα τους
και η κάτα κουβαλούσε την αστραπή
κάτω απ’ την καρδιά της
που αναπηδούσε
σαν χαλασμένο παιχνίδι

*Από τη συλλογή “Αρχικές συντεταγμένες”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.
**Μετάφραση: Μαρουσώ Αθανασίου.