Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Προσφυγικό

Ξημέρωνε και πάλι.
Το αγιάζι είχε τρυπήσει για τα καλά
τα κόκαλα και τα παπούτσια μας.
Έτσουζαν τα μάτια μας από την απλυσιά
και τα άγνωστα τα μέρη.
Τα αυτιά μας κουρασμένα
να αφουγκράζονται τον φόβο
βούιζαν σαν χαλασμένοι δέκτες.
Η πείνα είχε πικράνει το στόμα μας
και ζάλιζε τα κεφάλια μας.
Περπατούσαμε σε χωματόδρομους
φουρτουνιασμένους, πέρα-δώθε πηγαίναμε.
Ξάφνου, λίγο πιο κάτω από εμάς
είδαμε μια προβατίνα με το αρνί της.
Δεν ξέραμε τη ράτσα τους,
φριζάρτα, καραγκούνικα, αουάσι*, ποιος ξέρει;
Εμείς ούτε το όνομα του τόπου που πατούσαμε
δεν γνωρίζαμε, πέρα από της τσέπης μας το κρύο σπήλαιο.
Η πρασινάδα έκρυβε τις τρυφερές οπλές.
Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε.
Κοιτούσαμε δίχως να πηγαίνει ο νους μας στο κακό.
Έτρωγε το ζώο, χορταίναμε εμείς.
Μετά από λίγο, συνεχίσαμε.

*Αουάσι (Awasi): Ράτσα προβάτων της Μέσης Ανατολής.

**Από τη συλλογή «φαγώσιμα», εκδ.Έναστρον, Μάιος 2022.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Τρία ποιήματα

3

απ΄ το ύψος των περιστάσεων
εξαφανίστηκε το ύψος

πλέον έχουμε να κάνουμε
μόνο με περιστάσεις

το κατάλαβαν καλά

οι εναερίτες
εμφανώς

καψαλισμένοι

4

το “βραχυπρόθεσμα”
φέρνει στο νου
ένα λιτό πρωινό γεύμα

το “μεσοπρόθεσμα”
θυμίζει ελώδη λίμνη
όπου κάποια αποδημητικά πουλιά
λίγο πριν τη δύση
πήραν την απόφαση
ν’ αυτοκτονήσουν

το “μακρυπρόθεσμα”
μου είναι τελείως αδιάφορο

9

το “τσουβαλιάζω”
καθρεφτίζεται;

κι αν σπάσει ο καθρέφτης
τι προκύπτει;

το είδωλο
γηράσκει
αεί
διδασκόμενο

δηλαδή
ψευδόμενο;

*Από τη συλλογή “Μισές αλήθειες”, εκδ. Μελάνι, 2012. Περιλαμβάνονται στο συλλογικό “Με ύφος Ινδιάνου”, εκδ. Αντίποδες, Μάρτιος 2023.

Γιώργος Δομιανός, Ποιήματα

η κοινή μας γλώσσα
θα ήθελα να είναι
έννοια κυριολεκτική

*

δεν θέλησα
πολλά πολλά

να υπάρχει
πάντοτε
μια θάλασσα
για ξεκίνημα

να γεωγραφώ
το σώμα σου

και να ‘ρχεται η άνοιξη
στην ώρα της

πλήρης θα ‘μουν

*

νομίζω
εκείνο το καλοκαίρι
δεν άφηνες καν ίχνη
στην άμμο

περπατούσς
στις μύτες των ποδιών σου
σαν να μην ήθελες
να βαρύνεις περισσότερο
τον κόσμο

*

πριν γνωρίσω
το σώμα σου
τα ελληνικά μου
ήταν πάμφτωχα

*

Καμιά φορά
Με κάνεις να ξεχνάω
ότι θα πεθάνω

*

συμβαίνεις
για να αντέχω
το άσπλαχνο βάρος
του πάντοτε

*

το δέρμα σου πρωτοστατεί
στον διασυρμό της λογικής μου

*Από τη συλλογή “εγώ θα σου μάθω πουλάκι μου”, Κάπα Εκδοτική, Νοέμβριος 2022.

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ

Νομίζω
μου έχουν μιλήσει γι’ αυτήν
τη σπρωξιά που μας δίνει κάποτε ο χρόνος
όταν βρισκόμαστε ακόμη στην πιο νεαρή
την πιο ένδοξη ηλικία της ζωής μας.
Τον είδα
να μου αποσπά τα χαρακτηριστικά ένα ένα
να αλλάζει τη μεταξύ τους σχέση
να κάνει
πιο μεγάλα τα μάτια
πιο θλιμμένο το βλέμμα
το στόμα πιο αποφασιστικό
να σημαδεύει το μέτωπο με βαθιές χαρακιές.
Δεν τρόμαξα· τον παρακολούθησα
καθώς εργαζόταν στο πρόσωπό μου
με το ενδιαφέρον που θα μου προκαλουσε
η εξέλιξη μιας ανάγνωσης.

*

ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Το ότι με βασανίζουν οι λέξεις σημαίνει
πως κανείς δεν με βασάνισε ποτέ.
Τέτοια είναι η καλή τύχη που με σπρώχνει
προς τις ποιήτριες γιατί δεν ξέρω άλλες
που να αναμετριούνται με τη βία
της γλώσσας δείχνοντας τόση αφοσίωση
λες και μόνο αυτές γνωρίζουν τι σημαίνει
να πνίγεσαι με τις λέξεις σου.

*Από τη συλλογή “Δεύτερη νεότητα”, εκδ. Θράκα, 2022.

Δημήτρης Μιχελουδάκης

Κείμενο: Γιώτα Ευταξία, Μουσικός και Εθνομουσικολόγος (ΕΚΠΑ)

θέλω να μείνω
αγριόχορτο
πάνω στον φράκτη
μια άναρθρη κραυγή ανέμου
να μην καταλήξω στο θερμοκήπιο
να με ταΐζουν λίπασμα και κοπριά
οι φύλακες

Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της νεότερης γενιάς. Έχει συνεργαστεί με πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, ενώ έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (”Γράμμα στην Μητέρα”-2019, ”Οριοβάτης”- 2021, ”Συντηρητής Ουράνιων Τόξων”- 2022). Η γραφή του έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο και τη ζωή. Γράφει για την αλήθεια. Γράφει για τη ζωή. Γράφει γιατί πιστεύει ότι ποίηση και ζωή αποτελούν μία ενότητα. Ο λόγος για τον ταλαντούχο Δημήτρη Μιχελουδάκη.

”Η ζωή ξεκινά στο αχαρτογράφητο. Αυτό είναι και η ποίηση. Η διαδρομή προς το άγνωστο, δίχως χάρτη…” Δ. Μιχελουδάκης.

Γιώτα Ευταξία: Κύριε Μιχελουδάκη είναι μεγάλη χαρά και τιμή για εμένα και για όλη την ομάδα του Ραδιοφώνου Τέχνης η παραχώρηση της παρούσας συνέντευξης. Σας ευχαριστώ θερμά!
Δημήτρης Μιχελουδάκης: Ευχαριστώ κι εγώ για την ευκαιρία που μου δίνετε.

Γ.Ε.: Τι είναι αυτό που σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με την τέχνη της ποίησης;
Δ.Μ.: Θα έλεγα η εκ γενετής τάση μου να ψάχνω το κάτι διαφορετικό. Είναι αυτό το βάσανο, το οποίο στην ψυχολογία καλείται ως ”αίσθημα του ανικανοποίητου”. Με απλά λόγια, δεν μου αρκούσε η πραγματικότητα. Ένιωθα ασφυκτικά εκεί όπου οι άλλοι άφηναν τις μέρες να περνούν (ενδεχομένως χαρούμενοι). Αναζητούσα μία ρωγμή, ένα ψιλό άνοιγμα, το οποίο προσφέρει η τέχνη, ώστε να μπορέσω να βρω αυτό που θα με κάνει να τα βάλω με τον αρχέγονο τρόμο (existential angst). Μόνο στην ποίηση λοιπόν, αισθάνομαι οικεία. Εκεί μπορούσα να είμαι ελεύθερος, έστω για λίγο- ”να μη νοιώθεται η πληγή” που έλεγε ο Καβάφης. Για παράδειγμα, οι στίχοι του Καρυωτάκη, αλλά και του Νίτσε η πρόζα (δεδομένου ότι είναι κι αυτή ποίηση), μου προσέφεραν έναν γλυκό κόμπο στον λαιμό, σαν αυτόν που βιώνει κανείς όταν βρίσκει έναν συγγενή του μετά από πολλά πολλά χρόνια.

Γ.Ε.: Για εσάς τι είναι ποίηση;
Δ.Μ.: Αυτή η ερώτηση, όπως γνωρίζετε, δεν απαντάται. Είναι από τις περιπτώσεις, τις οποίες η ερώτηση θα έχει πάντα σημασία, αλλά όχι η απάντηση. Ωστόσο, θα έλεγα ότι για εμένα ποίηση είναι η αλλαγή και η ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης, ώστε το βλέμμα να εμβαθύνει, να σκάψει προς το άρρητο για να ξεθάψει μία άλλη πραγματικότητα.

Γ.Ε.: Συμμερίζεστε την άποψη ότι η ποίηση είναι δυσνόητη και απροσπέλαστη για το ευρύ κοινό;
Δ.Μ.: Διαφωνώ απόλυτα με αυτή την άποψη. Η ποίηση δεν είναι δυσνόητη, διότι δεν απευθύνεται στη νόηση. Απευθύνεται σε άλλες κεραίες του ανθρώπου. Βέβαια, αναφέρομαι στην αληθινή ποίηση και όχι σε επιμελώς ακατανόητους μονολόγους ή στιχάκια ημερολογίου. Η ποίηση, αν μπορώ να το πω έτσι, νιώθεται, δεν κατανοείται. Για να το πετύχουμε όμως πρέπει να συμφιλιωθούμε (επομένως και να συμμετέχουμε) στο ποίημα μέσω της αγνωσίας μας. Να βγούμε δηλαδή από αυτά που ξέρουμε. Να γίνουμε για λίγο παιδιά, ώστε να αφεθούμε στον συγγραφέα. Να τον εμπιστευτούμε για να μας δείξει τον δρόμο. Αυτό όμως προϋποθέτει να μην είμαστε ”ξερόλες”. Οι λέξεις κουβαλάνε φορτίο a priori. Στο γεγονός αυτό έγκειται η δυσκολία. Ίσως για τον λόγο αυτό η ποίηση να είναι για κάποιους μη προσπελάσιμη, διότι προσπαθούν με ένα σουρωτήρι να κουβαλήσουν νερό.

Γ.Ε.: Πιστεύετε ότι μέσα από την ποίηση ανακαλύπτει ο ίδιος ο ποιητής μία πτυχή του εαυτού του, την οποία ενδεχομένως να μην γνώριζε προηγουμένως;
Δ.Μ.: Είναι αυτό ακριβώς το αέναο κυνηγητό. Είναι η αναζήτηση του εαυτού μας, τον οποίο ποτέ όμως δεν θα βρούμε ολόκληρο. Ωστόσο, η αναζήτηση αυτή ήδη μας αλλάζει. Είναι αυτή που δίνει αξία στο πέρασμά μας από τη ζωή. Επομένως, η ποίηση είναι ένας καταραμένος επαναστάτης. Ο ποιητής θα αντιπαλέψει την ροπή του ανθρώπου στην ευκολία. Είναι ένας «αναρχικός», ο οποίος αν και γνωρίζει ότι θα ηττηθεί, δεν παύει ποτέ να προσπαθεί να ξεγελάσει τα ελατήρια του ανθρώπου.

Γ.Ε.: Τον Ιούλιο εκδόσατε τη νέα σας ποιητική συλλογή με τίτλο ”Συντηρητής Ουράνιων Τόξων”. Διαβάζοντάς την ξεχώρισα έναν στίχο: To παρελθόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα νόμισμα. Επαρκώς φαγωμένο κι από τις δυο του πλευρές… Ποια η σχέση σας με το παρελθόν; Άραγε το παρελθόν συνοδεύεται από ένα παρόν κι ένα μέλλον;
Δ.Μ.: Τσακώνομαι συχνά με το παρελθόν, διότι είναι κυκλοθυμικό και αφερέγγυο. Ο επόμενος στίχος του ποιήματος που αναφέρατε λέει: …”δεν φτάνει ούτε για εισιτήρια”, εννοώντας τα εισιτήρια για το μέλλον. Δεν μπορεί δηλαδή το παρελθόν να μας ταξιδέψει παρακάτω. Αν το δούμε πιο κυνικά, το παρελθόν είναι μία αναπαράσταση του εγκεφάλου, την οποία επαναπροβάλλει στον ”καμβά” του παρόντος με σκοπό την προστασία μας (να μην επαναλάβουμε δηλαδή τα ίδια λάθη-survival mechanism). H προστασία όμως και εν γένει η επιβίωση είναι το αντίθετο της Ποίησης, η οποία δημιουργεί ρίξη στο καβούκι που μας προστατεύει. Το μέλλον προβάλλεται επίσης με προβολές του παρελθόντος. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν και σε αυτό κατοικεί η Ποίηση.

Γ.Ε.: Σε τι διαφοροποιείται η νέα σας συλλογή από τις δύο προηγούμενες συλλογές (Γράμμα στην Μητέρα, 2019 και Οριοβάτης, 2021);
Δ.Μ.: Οι δύο πρώτες συλλογές μου ήταν κυρίως μαθητεία δίπλα σε μάγους. Ιδίως η πρώτη, η οποία είναι αφιερωμένη στον Κώστα Μόντη. Ήταν δοκιμές στην ουσία στα βαθιά νερά κάποιων πειραμάτων μου. Θέλω να πιστεύω ότι όσο περνάει ο καιρός βρίσκω τον δικό μου τρόπο.

Γ.Ε.: Για εσάς τι είναι εκείνο που δίνει οντότητα στην ποίηση;
Δ.Μ.: H ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μηχανική πορεία της ζωής. Η ανάγκη του για παραμυθία. Εκεί, στο άγνωστο γεννιέται η ποίηση, δηλαδή πηγάζει από τις ερωτήσεις που μόνο η ποίηση ξέρει να δημιουργεί. Από τις ερωτήσεις που δίνουν νόημα στην ύπαρξη.

Γ.Ε.: Η ποίηση βιώνεται ή δημιουργεί βιώματα;
Δ.Μ.: Ποίηση δεν υπάρχει μόνο στο χαρτί ή στις λέξεις. Ποίηση υπάρχει ακόμη και σε μία χειρονομία, σε ένα απρόσμενο συναίσθημα, στον τρόπο που μας κοιτάει ένας αγαπημένος μας άνθρωπος. Ποίηση υπάρχει όμως και στην απέχθεια, στο μένος, στον τρόπο που κάποιος που αντιπαθούμε μας χαλάει τη διάθεση. Ορισμένα άτομα μεταφέρουν το βίωμα αυτό στο ποίημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η άγραφη ποίηση στερείται βιώματος, αλλά ούτε ότι κάθε ποίημα εμπεριέχει ποίηση. Αστειευόμενος είχα γράψει κάποια στιγμή: ”Ποίηση υπάρχει παντού, καμία φορά ακόμα και στα ποιήματα”.

Γ.Ε.: Διαβάζοντας ένα άρθρο σας, μία φράση σας μου έμεινε στο νου: ”Mην πνίγεις τις σκέψεις σου, γιατί στο τέλος θα σε πνίξουν κι αυτές’’. Άραγε πόσο εφικτό είναι να αποφυλακιστούμε από τις σκέψεις μας;
Δ.Μ.: Είναι ανέφικτο. Ο εγκέφαλός μας δεν μπορεί να σταματήσει να παράγει σκέψεις. Πολλοί ψευδοεπιστήμονες προσπάθησαν να μας πείσουν για το αντίθετο, ωστόσο απέτυχαν παταγωδώς. Μπορούμε όμως να μην κρίνουμε τον εαυτό μας μέσα από τις σκέψεις μας. Μπορούμε να τις παρακολουθούμε, αλλά να μην τις αφήσουμε να μας πνίξουν. Να τις δεχτούμε, χωρίς να τις κρίνουμε, χωρίς να τις βάζουμε στο ζύγι της ηθικής, του καλού και του κακού. Φυσικά είναι δύσκολο εγχείρημα και πολλές φορές χρειάζεται μία ολόκληρη ζωή για να το καταφέρουμε. Εάν όμως τις αφήσουμε ελεύθερες, αν τις εκφράσουμε, τότε κι αυτές θα μας το ανταποδώσουν.

Γ.Ε.: Σε μία κοινωνία που βάλλεται από παντού, που κυριαρχεί ο υλισμός και που υπάρχει έλλειψη ταυτότητας, πιστεύετε ότι είναι εφικτό ο άνθρωπος να οραματιστεί έναν άλλον κόσμο ή έναν άλλον εαυτό μέσα από την ποίηση και εν γένει από την τέχνη;
Δ.Μ.: Eίναι εφικτό, αλλά θα πρέπει να είναι έτοιμος να πληρώσει το τίμημα. Θα ξέρετε ότι αυτός που τολμάει να απομακρυνθεί από τον όχλο χλευάζεται, λοιδορείται. Χαρακτηρίζεται ως αλαφροΐσκιοτος και στο τέλος καταλήγει μόνος (ή μόνος μέσα στο πλήθος). Μάλιστα, θυμάμαι ένα στίχο από το ποίημα του Χρήστου Λάσκαρη ”Δεν άντεξε τη μοναξιά του ποιητή. Προσχώρησε κι αυτός στο τσίρκο”.Ας έχουμε κατά νου και την εξής παγίδα. Πολλές φορές πιστεύουμε ότι δεν ακολουθούμε τη μάζα, ότι διαφέρουμε από αυτή, ενώ πρόκειται στην ουσία για μία επέκταση του κελιού μας κι αυτό διότι ορίζουμε την ταυτότητά μας σύμφωνα με το τι είναι ή τι δεν είναι ο άλλος.

Γ.Ε.: H ποίηση είναι βάλσαμο ψυχής;
Δ.Μ.: Βάλσαμο… Έχει αλλοιωθεί αυτή η λέξη λόγω της αλόγιστης, υπερβολικής και ψευτορομαντικής θα έλεγα χρήσης της. Θα προτιμούσα τη λέξη αφύπνιση. Ναι, ίσως τελικά η ποίηση είναι το ξυπνητήρι της ψυχής, το οποίο την αναγκάζει να σηκωθεί, να πράξει, να ταξιδέψει, να δημιουργήσει…

Γ.Ε.: Η ζωή είναι ένα ατέρμονο ταξίδι. Άραγε από πού ερχόμαστε και πού οδεύουμε;
Δ.Μ.: Λυπάμαι που το λέω, αλλά πιστεύω ότι η ζωή είναι ένα διάλειμμα από την ανυπαρξία. Ερχόμαστε από το μηδέν κι επιστρέφουμε στο μηδέν. Το γεγονός ότι τα σωματίδιά μας θα υπάρχουν αιωνίως στο σύμπαν δεν μου λέει απολύτως τίποτα. Πιο πολύ μου μοιάζει σαν τρομαγμένο χαρτομάντηλο, το οποίο εν τέλει δεν αντέχει να καλύψει την πληγή. Θα τρομάξει μπροστά της.

Γ.Ε.: Ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του συγγραφέα και καθηγητή Παντελή Πρεβελάκη ονομάζεται ”Ο Ήλιος του Θανάτου”. Τον θάνατο τον έχουμε συνδέσει με το σκότος. Μπορεί άραγε ο θάνατος να κρύβει ένα φως; Για εσάς ποιο είναι αυτό το φως;
Δ.Μ.: Νομίζω ότι ο θάνατος είναι η μόνη πυξίδα που έχουμε μέσα σε αυτό το αχανές ταξίδι. Δεν θα πω πως η ζωή είναι μελέτη θανάτου, αλλά θα πω ότι ο θάνατος είναι η μόνη απόδειξη πώς είμαστε ζωντανοί. Μας αφυπνίζει να είμαστε καλά με τον εαυτό μας, να ζούμε αρμονικά με τον εαυτό μας και όχι με τα ”πρέπει”. Τελικά είναι φως με την έννοια ότι δίνει ουσία στη ζωή μας. Μας υπενθυμίζει ότι ήρθαμε σε αυτό τον κόσμο για να ζήσουμε και όχι απλά για να επιβιώσουμε. Μας υπενθυμίζει τι είναι αυτό που έχει πραγματικά σημασία.

Γ.Ε.: Σας τρομάζει ο χρόνος που περνά;
Δ.Μ.: Μου κόβει τα γόνατα (γέλιο). Παράλληλα όμως με κάνει και γελάω (δηλαδή προσπαθώ να τον ξεγελάσω). Για να σοβαρευτώ, με τρομάζει ο χρόνος όταν περνάει και τον έχω σπαταλήσει. Όταν τον έχω εκμεταλλευτεί δεν με τρομάζει καθόλου. Ξέρετε, είναι τρομακτικός διότι φωτίζει μέσα μας όλα όσα έμειναν αβίωτα. Πιστεύω ότι είναι κομβικό σημείο στη ζωή του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με τον χρόνο. Όταν αυτό το καταφέρνω, νιώθω μία γαλήνη που συγγενεύει με τη σιωπή.

Γ.Ε.: Κλείνοντας αυτή την υπέροχη συζήτησή μας θα ήθελα να σας ζητήσω να μοιραστείτε μαζί μας έναν στίχο, τον οποίο έχετε ως οδηγό στη ζωή σας.
Δ.Μ.: ”Do not go gentle in that good night” του Ντίλαν Τόμας.

Γ.Ε.: Κύριε Μιχελουδάκη σας ευχαριστώ θερμά για την υπέροχη αυτή συζήτηση. Μέσα από τα λόγια και τις σκέψεις σας οδηγηθήκαμε σε ένα ατέρμονο ταξίδι σκέψεων, εικόνων και συναισθημάτων.
Δ.Μ.: Εγώ σας ευχαριστώ θερμά. Ήταν πράγματι μία πολύ όμορφη συζήτηση. Εύχομαι καλή συνέχεια και επιτυχίες στο έργο σας.

Παραθέτουμε παρακάτω ορισμένα ποιήματα του που διαλέξαμε από τις ποιητικές του συλλογές.

Από την συλλογή ” Οριοβάτης ”

Στον Στράτο Κοντόπουλο

στις φουρτούνες να μας μετρήσεις θάλασσα
εκεί η ανάσα δύσκολη
εκεί τα γόνατα κομμένα
μην ακούς στην εύκολη αμμουδιά
τα βολικά μας βάσανα
τις πληγές που άνοιξαν από φροντίδα
στις φουρτούνες θάλασσα

*

Η ποίηση

αλλά η ποίηση είναι μονάχα το φυτίλι
ανάβει
αν ξέρεις
να λεξώνεις το μηδέν

Από την συλλογή ”Γράμμα στην Μητέρα”

Ε.

Λένε τα ποιήματα χαμένο χρόνο
χόμπι τα λένε, μάνα.
Εκεί που γδυνόμαστε
εκεί που βάζουμε την ψυχή μας
το λένε απλή ασχολία, πάρεργο.
Όμως εμείς εκεί μέσα ανασαίνουμε
εμείς εκεί μέσα κρύψαμε το όνειρο
να μην το δουν βρώμικα μάτια.
Ό,τι δεν παράγει κέρδος το σκοτώνουν, μάνα,
σαν κουτσό άλογο της φέρονται της ποίησης.
Και πληγώνεται εκείνη
και μαζεύεται μόνη της
και αποσύρεται
και δε μας μιλάει.

*

Ο.

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,
πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;
Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…
Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει
πώς αντέχει και τους πνίγει
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και φρεσκολουσμένο
δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;
Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Από την συλλογή ”Συντηρητής Ουράνιων Τόξων”

Θράσος

Η μοναξιά απλώνεται
σαν μυρωδιά καμένου λούστρου
απ’ το τζάκι κάποιου που πετάει
στη φωτιά ό,τι βρει για να ζεσταθεί
Γι’ αυτό ο αέρας είναι πέτρινος
Όμως σε ένα σπίτι
ένα παιδάκι
ζωγραφίζει γαλάζιο το κλαρί ενός δέντρου
και ο αέρας αποκτάει μια ρωγμή

*

Ζώνη ασφαλείας

Έλα να καθίσουμε εδώ
όλοι εμείς οι δυο μας
στην αμετάφραστη γωνιά του κόσμου
Να γίνουμε μια συνομιλία
να πετάξουμε
τις πανοπλίες
Μη μου μιλάς για χθες
μίλα μου για ξυπόλητα παραμύθια που αψηφούν
το κόκκινο του δασκάλου
και φυτεύουν στη γη πελώρια χαμόγελα

Ανεξάρτητα

Βαλίτσα επιβίωσης

Μέσα στη βαλίτσα επιβίωσης
έβαλε αρκετά παιδικά χαμόγελα,
ένα περιδέραιο της άνοιξης,
ένα ειρηνικό φεγγάρι,
ένα ζευγάρι μυρωμένα φτερά
και τη λάμψη της αγκαλιάς.
Αυτά είναι τα απολύτως απαραίτητα, είπε.

*

Το ηχείο

Το ηχείο πάντα
θα φαλτσάρει
στο κελάηδισμα αηδονιού..

*Από εδώ: https://www.radiotechnis.gr/keimena/demetres-micheloudakes

τρία έπσιλον, Τρία ποιήματα

[συζήτηση με τον νεκρό παππού που ‘ταν δάσκαλος

κοίτα,

εμένα τα παιδιά μου
μπορεί να μην έκαναν τον γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες αλλά
τους παίρνει δυο τρία χρόνια να διαβούν το σύνορο
και μια θάλασσα

αν δεν ανθίσουν στον πάτο της

*

[λέσβος]

εκείνη τη χρονιά με τα 21 φεγγάρια, δε μίλησε κανείς

τότε πέρασε μια ολόκληρη γενιά που κανείς δε μιλούσε, και σαν να
μην έφτανε αυτό δεν έπραξε ποτέ κανένας, μέχρι που όλοι
ξέχασαν την έννοια της πράξης

πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που βάραγαν τα κεφάλια τους
στον τοίχο
δοκιμάζοντας αντοχή υλικών

*

Π2 [τέσσερις μέρες άταφος]

έλεγες στις γυναίκες γεννιέται η αμφισβήτηση
κι έτσι δικαιολογούσες που δεν έβρισκα μέσα μου θεό

η μάνα σου ριγμένη σε πηγάδι του φώναξε πως δεν υπάρχει
την άκουσε έλεγες ένας γείτονας

αυτή η ιστορία φυσικά δε με έπειθε μα από όταν πέθανε
ο άλλος μου παππούς
όταν παίρνω τη γιαγιά τηλέφωνο

αναρωτέται αν υπάρχει ζωή μετά απ’ αυτό

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδ. Θράκα, 2023.

Αλόη Σιδέρη, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΚΑΣΚΑΝΤΕΡ

Θάλασσα πάλι όπως πάντα
την περπατώ ώς τη γραμμή του ορίζοντα
βήματα στον αφρό ή χαμοπέταγμα σαν γλαροπούλι
εγώ διπλή: και στο παράθυρο και επί των κυμμάτων.

Ξάφνου το ανεπίστρεπτο της αναχώρησης
κατάδυση σε μπλε βαθύ σκοτάδι
πόδι μετέωρο – το απόλυτο κενό
σαν κασκαντέρ που παρακολουθεί
την ίδια του την πτώση στην οθόνη

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Καιρό είχα να τη δω και να που μου ήλθε πάλι
“το ποίημά σου”, έλεγε, “το ποίημα δεν το είπες”
και αχ! Πώς να το πω που με βαραίνει ο ύπνος
εσύ δεν είσαι εδώ να με χτενίσεις
δεν μού ‘βαλες το φόρεμα
κι έτσι όπως είμαι με το νυχτικό, ντρέπομαι τα παιδιά

*

Ο ΜΑΥΡΟΣ

Τον βλέπω κάθε σούρουπο στον τοίχο
σαν ζωγραφιά όπου παίζει μαύρο μ’ άλλο μαύρο
“Να φύγεις”, του φωνάζω, “να σβηστείς
δεν είσαι συ, είσαι άλλος”.

Φωλιάζω στο κρεβάτι, ανάβω φως
κλείνω τα τζάμια, μουρμουρίζω ξόρκια
λέω ονόματα κι αυτός εκεί, γραμμένος
“περνούν τα χρόνια”, να μου λέει, “γερνάς
κι εγώ ακόμα περιμένω να βρεθεί το φάρμακο”

*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, εκδ. Άγρα, 1999.

Πώς να πιάσεις μια πεταλούδα

Πάντα να την πλησιάζεις από τη μεριά
που δεν ρίχνει σκιά·
έχε τον νου σου στο τρομακτικό σου σκοτάδι,
γιατί θα το σκάσουν ακαριαία.
Μόνο το καλοκαίρι
είναι οι πεταλούδες αρκετά
μεθυσμένες απ΄ τον ήλιο ώστε να μπορείς
να τις πλησιάσεις με τα δάχτυλα
σταθερά σα τανάλια.
Να ‘χεις υπομονή, μην κάνεις
απότομες κινήσεις.
Να κινείσαι ομαλά σαν την αλλαγή
των εποχών. Ευθυγράμμισε τα δάχτυλά σου
με τα κλειστά της φτερά
και περίμενε. Μην τρέμεις,
μην ιδρώνεις, μην επιτρέψεις
στους ήχους της καρδιάς σου
ν’ ανέβουν. Κράτα την αναπνοή σου
σιγανή και μετρημένη. Ύστερα,
όταν το ένστικτό σου θα σου πει,
κλείσε τα δάχτυλά σου
με μιαν αργή και σταθερή κίνηση.

*Από τη συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, εκδ. Κείμενα, 2023.

**Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

«Ο Αυτόχειρας Ποιητής Δημήτρης Β.», της Μαρίας Φαφαλιού

«Σ’ αμφίδρομη αστραπή κρέμεται η αγάπη/
σαν πετρολούλουδο στο χείλος του γκρεμού.
Κι αν τ’ όνειρο έχει ωριμάσει μέσα σου
κι οι γύρω σου τ’ αρνιούνται
ψάξε για νέο ορίζοντα».

Το εξαιρετικό βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες απ’ τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», παρουσιάζεται σήμερα εδώ. Κι αυτό που έχει σημασία να υπογραμμίσω απ’ την αρχή κι ισχύει γενικότερα για τον τρόπο που γράφει η συγκεκριμένη συγγραφέας, είναι ότι κάθε φορά που διαβάζω κάτι δικό της διαπιστώνω με πόσο σεβασμό, ευαισθησία και προσοχή αντιμετωπίζει το εκάστοτε θέμα της: τους ανθρώπους δηλαδή, τις ιστορίες των οποίων φέρνει στο φως. Και πιστεύω πως κάποιες απ’ αυτές τις ιστορίες θα τις σκέπαζε η λήθη του χρόνου, αν εκείνη δε μάζευε στοργικά τα θραύσματά τους για ν’ αποτυπώσει τη συνολική εικόνα.

Αυτό το βιβλίο λοιπόν, που είναι ουσιαστικά μια ανθολογία, εκπληρώνει ένα παλιό «χρέος», αποτίει φόρο τιμής στον πρωταγωνιστή του τον αυτόχειρα ποιητή Δημήτρη Β., ανιψιό του σπουδαίου ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου και φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτό κείμενο του έτερου νέου ποιητή, Πέτρου Βρεττάκου, για την ποίηση του πρώτου. Για να δούμε όμως τι εξηγεί η κυρία Φαφαλιού για τις προθέσεις της: «Ποιος, αλήθεια, ήταν αυτός ο ωραίος άνθρωπος, ο αυτόχειρας ποιητής Δημήτρης Β.; Ελπίζω ότι οι αναγνώστες θα τον γνωρίσουν μέσα από τα έργα του, πέρα απ’ τα δικά μου λόγια. Θα γνωρίσουν έναν άνθρωπο που, στο Δρομοκαΐτειο όπου νοσηλευόταν, όλοι είχαν να λένε πόσο ευγενής, πόσο καλοσυνάτος, πόσο συμπονετικός ήταν…» Και πόσο μορφωμένος όπως διαπίστωσα διαβάζοντας τα ποιήματα του, θαυμάζοντας το εύρος των γνώσεών του.

Παρακάτω, ξεχώρισα αυτό το σημείο στον Πρόλογο της συγγραφέως: «Πιστεύω ότι η υπόθεση της φροντίδας των ψυχικά πασχόντων είναι μια σειρά από «δεν προλάβαμε», μια σειρά από αναβολές και παραλείψεις, μια σειρά από μικρά ή μεγάλα τραύματα στην ψυχή του α-σθενούς…» Και καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι εννοεί όσα άτομα εμπλεκόμαστε ως ειδικοί με το χώρο της ψυχικής υγείας, συνδεθήκαμε με ανθρώπους που γνωρίσαμε και θρηνήσαμε την απώλεια τους.

Συνεχίζοντας επισημαίνει ότι: «(…) ο Δημήτρης με τη στάση ζωής και με το έργο του έγινε ένας πρέσβης, δίαυλος επικοινωνίας των «μέσα» με τους «έξω». Μίλησε ανοιχτά για την ψυχική ασθένεια. Σε μια τηλεοπτική συνέντευξη το 1991, αφού είπε το όνομα και το επώνυμο του, συνέχισε: «Είμαι ψυχικά ασθενής για δεκαπέντε χρόνια. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να το αναφέρω γιατί, κοιτάξτε να ιδείτε, αυτό μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε. Δεν είναι θέμα ότι είναι μια σφραγίδα ανεξίτηλη που μπαίνει στον κάθε άνθρωπο και δε βγαίνει». Πόσο ρηξικέλευθη άποψη για την εποχή του… Μη ξεχνάτε ότι αυτά τα δήλωσε γενναία δημόσια, τρεις δεκαετίες πριν. Γνωρίζοντας ότι ακόμη και σήμερα κυριαρχεί ο στιγματισμός έναντι των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, σκεφτείτε τι συνέβαινε τότε. Κι όμως πήρε το ρίσκο να εκτεθεί για να σπάσει τα στερεότυπα που ένιωσα ότι αποτύπωσε σ’ ένα άτιτλο ποίημα, με τους ακόλουθους στίχους:

«…δε με βλέπεις πια
παρά σαν μία
οδυνηρή πραγματικότητα
που σε τρομάζει…»

Και παρά το ότι το βιβλίο της κυρίας Φαφαλιού καταγράφει τη δική του προσωπική διαδρομή στον ιδρυματικό χώρο, δεν παύει ν’ αποτελεί κι ένα ντοκουμέντο για την πορεία της ψυχιατρικής στη χώρα μας. Διάβασα για παράδειγμα, κείμενα του Δημήτρη Β., που μου έφεραν στο νου εκείνα του Ρώμου Φιλύρα όταν εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο (παράλληλες οι διαδρομές της οδύνης, βλέπετε, κι όμως τέμνονται πού και πού), κι άλλα που απέπνεαν αισιοδοξία όταν αναδύθηκε η προοπτική της ζωής στην κοινότητα, σ’ ένα διαμέρισμα πια, στο κέντρο. «Γιατί δε μπορεί κάποιος να είναι καλά άμα δεν έχει στόχους στη ζωή του», όπως είχε εξομολογηθεί κάποτε στη συγγραφέα ο αυτόχειρας ποιητής.

Θα ‘ταν παράλειψη να μην αναφέρω κάπου εδώ, ότι έχω διαβάσει και το σχετικό άρθρο του συγγραφέα Γρηγόρη Χαλιακόπουλου για τον αυτόχειρα ποιητή στην «Εφημερίδα των Συντακτών», που φυσικά συμπεριλαμβάνεται στις πηγές που χρησιμοποιεί η συγγραφέας (κι εξηγεί στον πρόλογο, όπως το συνηθίζει, τη μεθοδολογία της), μαζί με φωτογραφίες τόσο του ποιητή όσο και έργων του, απ’ το αρχείο του.

Έψαξα επίσης μήπως βρω βιντεοσκοπημένο το «Ο τροβαδούρος», το ποίημα δηλαδή του Δημήτρη Β., που μελοποίησε ο Λουδοβίκος των Ανωγείων και παίχτηκε σε τηλεοπτική εκπομπή, αλλά δεν κατέστη εφικτό, έτσι αντιγράφω εδώ τους στίχους:

«Την ξέρετε την κόρη την καλή
που κάθε μέρα στο παζάρι πάει:
πλεξούδα έχει χτενίσει το μαλλί
και σαν πριγκιποπούλα περπατάει.

Στο χέρι της πανέρι γιασεμιά
που μοιάζουν
-μπρος την ομορφιά της-
μαραμένα
κι είναι του κόσμου η αγάπη μια :
η κόρη με τα μάτια τα θλιμμένα.

Θα βρω φιλί να δίνει τη χαρά, μακριά απ’ το στεναγμό
θα βρω λιμάνι
και με του ονείρου μου
τα δυνατά φτερά
θα βγάλω
την πριγκίπισσα σεργιάνι».

Παίρνοντας πάντως στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, να ομολογήσω και το εξής: πρόσεξα το εξώφυλλο που δίνει την αίσθηση ενός προσωπικού τετραδίου σημειώσεων, εκμυστηρεύσεων ίσως. Και κάπως έτσι αισθάνθηκα κι όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα και κατάλαβα γιατί σχεδιάστηκε έτσι. Και θα καταλάβετε κι εσείς, όταν το πάρετε στα χέρια σας.

Για τον επίλογο τώρα, κράτησα δύο αποσπάσματα από συνεντεύξεις που έδωσε ο Δημήτρης Β.; «Να τι ήθελα να πω στους έξω, σ’ εκείνους που έχουν την ευθύνη για το χώρο στον οποίο ζούμε. Απλώς να μας βοηθήσουν, να εργαστούνε με περισσότερη συνέπεια και να συνειδητοποιήσουν ότι κάθε λεπτό που περνάει μέσα στο Ίδρυμα δεν είναι ένα λεπτό χαμένο – είναι ένα λεπτό πονεμένο στις περισσότερες περιπτώσεις. Κι είναι μια πράξη που όλοι θα τη θαυμάζουνε, αν καταφέρουνε να βελτιώσουν τις συνθήκες…

(…) Αυτό που χρειαζόμαστε πρώτα-πρώτα είναι: Αγάπη. Χρειαζόμαστε ανθρώπους να ενδιαφερθούν, το κυριότερο, για μας. Και μετά, αν υπάρξει το ενδιαφέρον, νομίζω και τα κονδύλια, όλα, θα βρεθούν. Αν μας κοιτάξουν με διαφορετικό μάτι».

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://aikaterinitempeli.wordpress.com/

Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Η ΑΠΕΙΡΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ Ι

Βρίσκεσαι κάπου και θέλεις να φύγεις
όχι γιατί δεν θέλεις να μείνεις
παρά μονάχα γιατί θέλεις να φύγεις.

Φεύγεις και πας αλλού.
Εκεί, είναι οπουδήποτε
αλλά είναι κάπως στενά
οπότε θέλεις να φύγεις
ενώ ήδη ξέρεις πως αλλού
θα είναι πάλι πιο στενά

Έτσι ορίζει η ακολουθία
να μη φτάνεις
μα πάντα κάπου πιο στενά
να ‘χεις να πας.

*

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΚΙΩΝΗ (ΠΑΡΑΒΟΛΗ)

Οι άνθρωποι κουβαλούν ένα πουλί στον ώμο τους
ο καθένας το δικό του
ο καθένας άλλο.

Κανείς δεν βλέπει
εκείνο που στέκει στον ώμο του
εκτός απ’ τους λυπημένους
που κουβαλούν έναν γκιώνη
και τον ακούνε να κλαίει

γι’ αυτό είναι λυπημένοι

ο γκιώνης όμως δεν τους βλέπει
και κλαίει για πάντα που τους έχασε.

*

Η ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΡΕΦΟΚΟΜΟΥ

Σ’ αυτή την πόλη
γεννιούνται μόνο
παλιά σπίτια

και γεννιούνται
πεθαμένοι
που τραγουδάνε

μανάδες πηγαινοέρχονται
σε δικαστήρια και τάφους
πηγαινοέρχονται με τσακισμένες βάρκες
στα χέρια μου

τα χέρια μου
είναι γεμάτα με μωρά που κλαίνε

με τα μωρά
χορταίνουν χρόνια
τα ερείπια.

*Από τη συλλογή “Φυτά εσωτερικού χώρου”, εκδ. Βακχικόν, 2022.