Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

ΕΝΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Το συναίσθημα
ανήκει στο χρόνο
και στη συγκυρία

Εμείς απλοί ένοικοι
αυτής της κατάπληξης
καταβάλλουμε με στίχους το μίσθωμα

Κι όταν ο θάνατος κάποια στιγμή
μας κάνει έξωση
εκείνο που θα μείνει

Θα είναι η απόδειξη
ότι κάποτε αποτυπώσαμε

Με παραστατικότητα

Το εφήμερο

*

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΡΙΝΩΝ

Σου λείπω;

Με ρώτησε
από την απόστασή της

Περισσότερο η αφορμή σου

Απάντησα

Πότε πότε θα γίνομαι αφορμή
αφού ποτέ δεν θα μπορέσω
να γίνω παρουσία

Καλοδεχούμενη ως απροσδόκητη

Έγνεψε η συνοδός μου

θλίψη.

*Από τη συλλογή “Ονειροκτόνο φως”, Πάτρα 2023.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

ΒΑΡΕΑ ΚΑΙ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ

βγάζει
το χελιδόνι
απ΄ το συρτάρι
μαύρο
ψαλίδι
τ’ ουρανού
ξεκοιλιάζει
τη μέρα
σουπιά
τρέχει
φρέσκο
μελάνι
κάποιοι
μιλούν
για
φόνο

ένας

για ποίημα

*

Η ΖΩΗ ΓΥΡΩ ΑΠΌ ΤΗΝ ΓΛΑΣΤΡΑ

Ένας σκαντζόχοιρος
με κουρασμένο βλέμμα
και πέλματα στ’ αγκάθια
τρέχει πολύ
τρέχει λαθραία
τρέχει με τα μάτια κλειστά
τρέχει σιδερωμένα
τρέχει απ’ ανάγκη
τρέχει καθιστός
τρέχει επειδή είναι Παρασκευή
τρέχει για να

και βγαίνει συνεχώς

στην δυτική πλευρά
του εαυτού.
Μια μέρα θ’ ανέβει
τα σκαλοπάτια
και θα φτάσει
μέχρι

τα χέρια του.

*Από τη συλλογή “Ένα παιδί σκέτο καταμεσήμερο”, εκδ. Κουκκίδα, 2018.

Αλέξανδρος Φούρλας, Τρία ποιήματα

Η ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Αγαπώ έναν τόπο
που κάστρο έχτισε
τα βουνά έβαλε για τείχος
τους φάρους προπύργια
με μόνη έννοια
τη θάλασσα να κρατήσει μακριά.
Μάταιη προσπάθεια·
αν μέσα της μπεις
τότε θα δεις
ότι γουλιά γουλιά πίνει η θάλασσα τον τόπο.

Καλοκαίρι 2019, Μάνη, Σπήλαια Διρού

*

ΤΟ ΔΑΚΡΥ

Δύσκολος ο δρόμος
για το δάκρυ που διάλεξε να έρθει σε μας.
Ακόμη πιο δύσκολος ο δρόμος
που διάλεξε για σύντροφο το δάκρυ.

Στάλαξέ το μέσα σε αγκαλιά
μπορεί ανθρωπιά να φυτρώσει.

*

ΠΑΤΕΡΑΣ ΗΛΙΟΣ

Μαζί με τα μελίσσια
στα λουλούδια απάνω θα σταθώ
με τον αγέρα θα πλυθώ
και στο θρόνο μιας πέτρας του πατέρα ηλίου θα κάτσω.
Εκεί, θα ακούσω την ιστορία του
σαν αυτός θα γέρνει
για να ζεστάνει και τ’ άλλα του παιδιά.

*Από τη συλλογή “Επανασύνδεση”, εκδ. Στοχαστής, 2023.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τρία ποιήματα

Otto Drix, Skat players (1920)

κάθε άχρηστη λέξη
είναι μια χαλασμένη ανάσα
κάθε καθρέπτης σπασμένος
απηχεί το ηλίθιο παρόν
κάθε απεικόνισή του
αντιστρέφει την πραγματικότητα

*

οι εξουσίες μας σκίζουν τόσο εύκολα
όσο εύκολα τα σύννεφα διαλύουν
ένα άχαρο πρωινό
ντυμένο με σκούρα κουρέλια
νεφέλες καραδοκούν
σε ομφάλιους λώρους μαραζωμένους

*

οι αψίδες του κενού
οι άχρωμοι κόσμοι
οι απάτητοι ναοί
τα άγνωστα προσευχητάρια
συρματολέγματα των ηθικών
μόνιμος φύλακας του τέλους μας

Φαίδων ο Πολίτης, Δύο ποιήματα

ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΣ

Πρόσωπο χλωμό
Μελαγχολικό
Πίσω από το τζάμι
Του ζαχαροπλαστείου
Πού κοιτάς
Βλέπω πως το βλέμμα σου
Απάνω μου σταματά
Νοιώθω σαν νάμαι
Επιφάνεια διάφανη
Πού κοιτάς
Μελαγχολικό
Όμορφο γλυκό
Πρόσωπο χλωμό

*

ΕΥΧΗ

Μόλις άκουσε
Τα βήματα στη σκάλα
Έριξε στον καθρέφτη
Μια τελευταία
Αμφίβολη ματιά
Πέρασε φευγαλέα
Με συγκίνηση το χέρι
Ακόμη μια φορά
Απ’ τα μαλιά
Κι η ευχή γοργή
Πέρασε απ’ το νου
Σαν αστραπή
Νάταν το χτένι σμίλη
Το χέρι νάταν Πραξιτέλη

*Φαίδων Ιωαννίδης. Από τη συλλογή “Ersatz?”, 1953.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Πέντε ποιήματα

ΝΙΚΗ

Το βράδυ ξαπλώνω ανάσκελα
ακίνητος
τα χέρια στο στήθος
σταυρωμένα.

Το πρωί φτύνω το χώμα
γεύομαι το φως
κάθε φορά με διαλύει
αυτή η νίκη.

*

ΦΤΥΜΑ

Κι η ποίηση;
Τίποτα
Λίγο φτύμα
που το απλώνουμε στις πληγές μας
με το δάχτυλο.

*

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΕΝΟΣ ΜΟΤΙΒΟΥ

Κάθε κόκκινη πανσέληνος
είναι ένα κομμένο κεφάλι ερωτευμένου
βουτηγμένο στο αίμα

Κρατάει ο καθένας το δικό του
από μια διάφανη κλωστή
χιλιάδες τα κολοβωμένα σώματα
γεμίζουν με τα μπαλόνια τους τον ουρανό

*

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΙΑΝΟΣ

Η ζωή
στόμα χαμογελαστό
που κυλάει μέσα του ένα δάκρυ
και το πίνει.
Νερό για το αίμα
για τις πληγές αλάτι.

*

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΜΑ

Και κάθε φορά που τελειώνω ένα ποίημα
νιώθω ένα βάρος να μου φεύγει
όπως όταν θάβεις επιτέλους τον νεκρό
και ήρεμος μετά συνεχίζεις τον καφέ σου.

*Από τη συλλογή “Αγόραζα πάντα διάφανες ομπρέλες”, εκδ. θράκα, 2022.

Nikola Madžirov, Το αίμα και η ποίηση του μη ανήκειν

“Σε σύγκριση με την εκλεπτυσμένη κουλτούρα των σκληρωτικών μορφών και των πλαισίων, που καλύπτουν τα πάντα,
ο λυρικός τρόπος είναι εντελώς βάρβαρος στην έκφρασή του.
Η αξία του έγκειται ακριβώς στην άγρια ποιότητά του:
Είναι μόνο αίμα, ειλικρίνεια και φωτιά”.

(Emil M. Cioran)

“Έρχεσαι από τα Βαλκάνια και δεν υπάρχει αίμα στην ποίησή σου;”, με ρωτούν συχνά. Στη μνήμη μου τρέχει αίμα. Κάθε φορά που βλέπω ένα μοναχικό δέντρο, οι κληρονομημένοι και μαρτυρούμενοι φόβοι του πολέμου με κάνουν να σκέφτομαι το πτώμα ενός στρατιώτη κάτω από τις ρίζες του. Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι λέω κάτι καινούργιο, γιατί όλα είναι παρόντα ακόμη και χωρίς να έχουν καταγραφεί, όπως τα ορυκτά σε ένα ορυχείο που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Πιστεύω περισσότερο στα κρυμμένα παιχνίδια παρά στα κορυφαία μυστικά των πολέμων. Μερικές φορές, για να γράψει κανείς, πρέπει να μείνει στη μοναξιά που δεν ενσταλάζει φόβους και αναμνήσεις μεγαλύτερες από τον ίδιο τον θάνατο. Ο πιο σίγουρος τρόπος για να θυμηθείς το τελευταίο σου όνειρο είναι να μην κοιτάξεις από το παράθυρο όταν ξυπνήσεις. Πιστεύω ότι η παρόρμηση για (ανα)διήγηση θα υπάρχει όσο υπάρχει το μυστήριο της αναχώρησης και της επιστροφής. Πολύ συχνά αισθάνομαι πιο ασφαλής όταν μιλάω στα όνειρα και σιωπώ στην πραγματικότητα. Οι κριτικοί έχουν πει ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε για τον “μεταφυσικό” John Donne είναι ότι ήταν καθολικός και το δεύτερο ότι είχε προδώσει την πίστη του. Νομίζω ότι αυτή είναι η σιωπηλή κατάρα που ακολουθεί τους συγγραφείς: να προδίδουν το ανήκειν τη στιγμή που νιώθουν ότι έχουν αρχίσει να ανήκουν. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις με τίτλο “Είμαι ένας αποτυχημένος Καθολικός, αλλά εξακολουθώ να είμαι Καθολικός”, ο Adam Zagajewski είπε: “Η αναζήτηση βρίσκεται στην αναζήτηση, όχι στους ισχυρούς ορισμούς”. Τις περισσότερες φορές αισθάνομαι νομάδας, ακόμη και χωρίς να μετακινώ το σώμα-κλουβί μου από τη μια επιβαλλόμενη πραγματικότητα στην άλλη. Ταξιδεύω και ψάχνω εκτενώς για περισσότερα από είκοσι χρόνια, ωστόσο η γιαγιά μου συνήθιζε να μου λέει ότι είχε αλλάξει τόσες χώρες απλά και μόνο καθισμένη στον παλιό της καναπέ στο σαλόνι. Στα Βαλκάνια μπορείς να κάνεις αυτά τα ατελείωτα ταξίδια μέσα από ιδεολογίες, βασίλεια και νέα σύνορα απλά και μόνο καθισμένος στην καρέκλα σου.

Η Elizabeta Sheleva γράφει ότι οι συγγραφείς, ανεξαρτήτως του τόπου όπου ζουν, είναι πάντα ξένοι, και είναι πάντα προορισμένοι -με βάση την ισχύ της δημιουργικής τους ανησυχίας- να παραμένουν και να υπάρχουν ως άστεγοι [1]. από τη μια πλευρά, άστεγος σημαίνει να κάθεσαι μπροστά στην εστία και να νιώθεις την οξύτητα του ανέμου, αλλά όταν είσαι μακριά από το σπίτι, σημαίνει να διαβάζεις τον κόσμο κάτω από το φως του τζακιού.

Αισθάνομαι ασφαλής στην ανοιχτή σπηλιά του μη ανήκειν. Το μυστήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας βρίσκεται στην καρδιά της εκπληκτικής μεταμόρφωσης όταν το αιώνιο μετατρέπεται σε εφήμερο και το αντίστροφο – όταν ένας άγγελος χρειάζεται μάσκα οξυγόνου για να μπει στο νοσοκομείο προσπαθώντας να βοηθήσει έναν ετοιμοθάνατο ασθενή ή όταν μια μπάλα που κλωτσάει στη στέγη γίνεται μέρος ενός ανεξερεύνητου αστερισμού. Μια σύγχρονη μεταμόρφωση συμβαίνει τώρα – οι άνθρωποι ανοίγουν τις κουρτίνες της καθημερινότητάς τους και κατεβάζουν τη μάσκα για να δείξουν ένα ψεύτικο πρόσωπο. Η Dubravka Ugrešić ξεσκέπασε τη σημερινή πραγματικότητα όταν είπε ότι “οι συμμετέχοντες στο καρναβάλι στις προ-ψηφιακές εποχές φορούσαν μάσκες, σήμερα ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να δείξει το δικό του πρόσωπο. ”[2] Στην πρώιμη παιδική μου ηλικία έγραφα στους τοίχους των δωματίων πριν καν μάθω για τα γράμματα και την ατέλεια των λέξεων. Οι γονείς μου έπρεπε να ξαναβάφουν τους τοίχους λευκούς κάθε καλοκαίρι. Ακούγεται παράλογο, αλλά αυτοί οι τοίχοι ήταν το πρώτο παλίμψηστο της ελευθερίας μου. Άρχισα να γράφω ποίηση όταν κατάλαβα τα γράμματα, όμως άρχισα να καταλαβαίνω την ποίηση όταν έμαθα για τη σιωπή. Φυσικά, αυτό συνέβη πριν από τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Ο πόλεμος με βοήθησε να καταλάβω την ανάγκη να είμαι δυνατός στο χαρτί όταν όλα και όλοι γύρω μου γίνονται πιο δυνατά. Ξέρω ότι στις μέρες μας ακούγεται αξιολύπητο όταν ακούς ότι ένας ποιητής χρησιμοποίησε το αίμα του αντί για μελάνι για να γράψει τους τελευταίους του στίχους, αλλά στην περιοχή όπου ζω κάποιοι χρησιμοποίησαν το αίμα άλλων ανθρώπων για να γράψουν νέες ιστορίες και να επιβάλουν μύθους.

Οι πόλεμοι ξεκινούν με την αλλαγή των ονομάτων των πόλεων και των γεφυρών, με την αναδόμηση της προσωπικής μνήμης – η σκληρή γλώσσα της σφαίρας έρχεται μετά. Στα Βαλκάνια οι άνθρωποι συχνά δοξάζουν την ιστορία με λάθος τρόπο, επειδή φοβούνται ότι οι γλώσσες τους θα γίνουν ιστορία. Τη γλώσσα στην οποία γράφω μιλούν μόνο δύο εκατομμύρια άνθρωποι που μεταναστεύουν καθημερινά αναζητώντας ένα ασφαλές σπίτι, τοποθετώντας τις αναμνήσεις τους στους νέους χώρους πριν ακόμη τακτοποιήσουν τα έπιπλά τους. Μέσα σε αυτόν τον πανικόβλητο φόβο της εξαφάνισης, πολλά έθνη και προσωρινοί ηγέτες στα Βαλκάνια στράφηκαν στην ιστορία, η οποία τους προσέφερε έναν χώρο και μια φωτιά γύρω από την οποία μπορούσαν να διηγηθούν τρομακτικές ιστορίες. Η ποίηση χτίστηκε πάνω στην αισθητική της εξαφάνισης (όπως είπε ο Paul Virilio) και τρέφεται από τις ρίζες όσων ειπώθηκαν και δεν γράφτηκαν ακόμα. Στα Βαλκάνια, ήμασταν μαζί στον πόλεμο και μόνοι στην ποίηση. Η κλειστοφοβία έγινε η κορυφαία φιλοσοφία ζωής – διαμερίσματα με μικρά μπαλκόνια και χαμηλά ταβάνια για την καλύτερη διατήρηση της ανασφάλειας του καθενός. Ο κατακερματισμός της μνήμης κοιμάται σε κάθε σπίτι. Οι πρόγονοί μου ήταν πρόσφυγες και δεν έγραφαν ποίηση όταν διέσχιζαν σύνορα και βουνά με τα πόδια, ούτε έπαιρναν μαζί τους βιβλία όταν εγκατέλειπαν την πατρίδα τους, λόγω του βάρους τους. Από την άλλη πλευρά, έχουν γραφτεί τόσα πολλά βιβλία για τις εξόδους, τα οποία πιστεύω ότι δεν χωράνε σε όλα τα εγκαταλελειμμένα σπίτια ανά τον κόσμο. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, πιστεύω, το γράψιμο είναι σαν να φυτεύεις έναν σπόρο σε ένα ηφαίστειο που κοιμάται.

Γράφω για πράγματα, ανθρώπους και διαδικασίες όχι για να τα επαινέσω, αλλά για να απομυθοποιήσω το φωτοστέφανο της ιστορίας που τα περιβάλλει. Ζω σε μια μικρή πόλη κοντά σε τρία σύνορα -το μακεδονικό, το βουλγαρικό και το ελληνικό- οπότε το να διασχίζω ένα σύνορο για μένα ήταν σαν να διασχίζω το δρόμο όταν τα φανάρια είχαν σταματήσει να λειτουργούν. Η Κάπκα Κασάμποβα έγραψε: “Οι άνθρωποι πεθαίνουν διασχίζοντας τα σύνορα, και μερικές φορές απλώς και μόνο όντας κοντά τους. “[3] Μερικές φορές νομίζω ότι κάθε ρυτίδα στο σώμα μου είναι απλώς μια αντανάκλαση των συνόρων που έχω διασχίσει. Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να διασχίσω τα σύνορα του χρόνου, τα σύνορα της ιστορίας, καθώς όλοι οι βαλκανικοί πόλεμοι ξεκινούν πρώτα με την κατάκτηση του παρελθόντος – μόνο μετά από αυτό μιλούν για εδάφη. Ιστορικό και υστερικό – μια τέλεια δολοφονική ενότητα! Υπό αυτή την έννοια, βλέπω τον εαυτό μου ως έναν παράνομο αρχαιολόγο που, γράφοντας ποίηση ή δοκίμια, προσπαθεί να απομυθοποιήσει την κληρονομημένη μυθομανία και όλες τις μεγάλες αφηγήσεις, βάζοντάς τις σε μια διαφορετική προοπτική, πιο φωτεινή ή πιο σκοτεινή. Η αφήγηση ιστοριών για ξεχασμένα αντικείμενα είναι πιο σημαντική από τις επιστολές και τις διαταγές που υπογράφουν οι ηγέτες του πολέμου. Καθώς ταξίδευα στον Καύκασο, σταμάτησα σε κάποιους απομακρυσμένους τάφους επειδή ήταν διαφορετικοί από όλους τους τάφους που είχα δει ποτέ πριν: δεν υπήρχε ούτε μια ταφόπλακα δίπλα στους τύμβους. Ωστόσο, είδα σχέδια στην οριζόντια πέτρινη πλάκα που κάλυπτε τον τάφο – σχέδια που απεικόνιζαν τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων που ήταν θαμμένοι κάτω από την πέτρα. Ένα όμορφο παράδειγμα για το πώς οι άνθρωποι μπορούν να μεταμορφωθούν σε ιστορίες και να συνεχίσουν να ζουν μέσα από τις φωνές μαρτύρων που δεν τους είχαν καν συναντήσει όσο ήταν ζωντανοί. Κάποτε έγραψα ότι η ποίηση ήταν πάντα μακριά από τις στατιστικές της συμβατικής δημοτικότητας. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, είχε το υψηλό κύρος μιας αυλικής μορφής τέχνης, αλλά υπήρξε επίσης μια πανκ-ροκ απάντηση στην κοινωνική στειρότητα ή στους άχαρους εθνικούς ύμνους. Η ποίηση δεν είναι ανάγνωση- η ποίηση είναι διάλογος. Στολισμένοι ή όχι, οι στίχοι θα έχουν έναν μικρότερο κύκλο αναγνωστών, όπως οι καθρέφτες – με ή χωρίς διακοσμημένα πλαίσια, η αντανάκλαση είναι εξίσου περιορισμένη. Η ποίηση είναι κοντά στη σιωπή, τόσο όταν διαβάζεται σε ένα μπαρ υπό τον ήχο μιας καφετιέρας όσο και όταν διαβάζεται σε μια αίθουσα αναμονής περιμένοντας ένα καθυστερημένο τρένο. Δεν με ενοχλεί το γεγονός ότι οι στίχοι είναι τυπωμένοι στο περιτύλιγμα των ζαχαρωτών που σερβίρονται με τον καφέ. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι προάγει την εγρήγορση. Όπως όλα τα πράγματα που παράγονται από ισχυρές βιομηχανίες, η ποίηση αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, πράγμα που δεν απέχει πολύ από μια από τις ιδέες του Χάιντεγκερ σχετικά με την προέλευση των έργων τέχνης. Ωστόσο, είναι η αισθητική που κινεί την ποίηση μέσα στο βάθος του χρόνου. Κάθε στίχος γυαλίζεται από τα χρόνια, όπως ένα βότσαλο γυαλίζεται από τη θάλασσα. Δεν είμαι σίγουρος τι είναι πιο “εμβληματικό” σήμερα: ένα βιβλίο ποίησης τοποθετημένο στο ταμείο ενός σούπερ μάρκετ δίπλα στα ξυραφάκια και τις τσίχλες ή ένα βιβλίο ποίησης γραμμένο για κάποιον τοπικό ήρωα που εκτίθεται πίσω από μια βρώμικη προθήκη μουσείου. Η παιδική μου ηλικία πλαισιώθηκε από ένα ιδεολογικό σύστημα στο οποίο η ποίηση έπρεπε να μαθευτεί απ’ έξω. Ήταν μια αγγαρεία και όχι μια πράξη απομνημόνευσης. Οι πολιτικοί ηγέτες είναι σύγχρονοι θεοί που θέλουν να μετατρέψουν την ποίηση σε ρουτίνα, και οι θεοί και οι ρουτίνες έχουν θανατηφόρα δύναμη επειδή είναι απαρατήρητοι και αόρατοι.

Η Szymborska λέει ότι η γραφή είναι “η εκδίκηση ενός θνητού χεριού”[4], και η δυνατή εκφορά των λέξεων δεν είναι τίποτα περισσότερο από την επιστροφή τους στην πηγή, στα όρια του μη ανακοινώσιμου. Στη μακεδονική γλώσσα, υπάρχει μια ιδιαίτερη λέξη για τη μετάφραση της ποίησης: “prepev”, κυριολεκτικά “ξανατραγουδώντας” ή “νεοτραγουδώντας”, που σημαίνει ότι η ποίηση τραγουδιέται εκ νέου, ξανατραγουδιέται. Κάθε φορά που διαβάζω ένα ποίημα που “ξαναεγκρίνεται”, αναζητώ την αυθεντική φωνή του συγγραφέα, αν και γνωρίζω ότι αυτό είναι σαν να ψάχνω για μια υπογραφή στο κάτω μέρος μιας εικόνας. Ο μεταμοντερνισμός γράφει για τον αναγνώστη ως ένα αφυπνισμένο μυαλό που συνεχίζει ή ανακατασκευάζει την ιστορία και την αρχειοθετημένη ποιητική, αλλά όλο και περισσότερο βρίσκω τον εαυτό μου να πιστεύει στον αναγνώστη ως έναν διαφορετικό απο-κατασκευαστή, μια ενεργή συνείδηση που κατευθύνεται στην πρωτοτυπία του κειμένου. Ως τέτοιος, ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει τα μυστικά ακόμη και στους πιο συγκεκριμένους στίχους και να ενσαρκώσει τη σιωπή του αρχέγονου. Μια από τις γιαγιάδες μου ήταν αμειβόμενη θρηνήτρια σε κηδείες, συνήθιζε να “ξανατραγουδάει”, όπως έλεγαν στη γενέτειρά μου. Μετέφραζε όλο το σιωπηλό πένθος σε μια δυνατή κραυγή, και με μια φωνή που έπνιγε τον ιερέα έθαβε τις ελπίδες της οικογένειας που πενθούσε, δημιουργώντας μια κοσμογονική κραυγή στον τάφο ενός ανθρώπου που δεν γνώριζε καν. Πολλές φορές με ξυπνούσε το πρωί δοκιμάζοντας τη δύναμη της φωνής της στον πίσω κήπο, μπαίνοντας στο όνειρό μου ως μια ξένη απουσία, σαν κλειδί για την πόρτα ενός κατεστραμμένου σπιτιού. Κατάλαβα αυτό το τελετουργικό του πένθους ως την ακουστότητα της απουσίας και η επίγνωση της ησυχίας ως το μοναδικό σημάδι της παρουσίας θα φωλιάσει μέσα μου. Δεν υπάρχει ήχος πιο ήσυχος από την παρουσία μιας σκιάς. Όλα τα παραμύθια που είχα ακούσει ποτέ με κράτησαν ξύπνιο, και μέσα μου γέννησαν τον σπόρο της μεταμόρφωσής τους. Η ευελιξία της προφορικής αφήγησης με καθάρισε από το φόβο της παροδικότητας και εμβάθυνε την πίστη μου στη μεταμόρφωση, απαλλάσσοντάς με από το φόβο ότι οι σκόροι του χρόνου θα καταβρόχθιζαν το κείμενο που θα μπορούσε να ξετυλιχτεί χωρίς την παρουσία του δημιουργού του. Στη Μαλαισία, και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή Kelantan, εξακολουθεί να ασκείται μια υπερβατική τελετουργία που ονομάζεται Mak Yong, η οποία, παράλληλα με το χορό και το παίξιμο του rubab, περιλαμβάνει τη φωνή των αφηγητών που μιλούν πάντα κάτι διαφορετικό, συχνά με τη μορφή διαλόγου, συμβολίζοντας τη συνάντηση με το αόρατο, γιορτάζοντας το “angin” – τον μεταφυσικό άνεμο που διασκορπίζει τις λέξεις μέσα στο χρόνο και τις χύνει στις ψυχές. Αυτή η προφορική τελετουργία περιλαμβάνει όχι μόνο το θάρρος να μιλήσει κανείς, αλλά και το φόβο για το τι θα καταγραφεί. Παρ’ όλα αυτά, η λογοτεχνία ως μαρτυρία για τον κόσμο είναι σημαντική για να μη χάσουν οι “λέξεις […] το νόημά τους”, όπως θα έλεγε ο Danilo Kiš[5].Μερικές φορές όταν γράφω, αισθάνομαι ότι οι φωνές του παρελθόντος κινούνται μέσα στον ιστό αράχνης του παρόντος προσέχοντας να μην τον σκίσουν. Το να γράφεις τον στίχο με τον οποίο ζεις και τον οποίο αναδιαμορφώνεις με κάθε νέα αναδιήγηση, είναι σαν να τον σκαλίζεις με πόνο στα κόκκαλά σου. Η Hannah Arendt, αφού γνώρισε τον W. H. Auden, έγραψε: “Αναθεωρούσε συνεχώς τα ποιήματά του, συμφωνώντας με τον Valéry ότι ένα ποίημα δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο εγκαταλείπεται”[6].

Οι γραπτές λέξεις είναι σαν τα ψάρια που ρίχνονται στο πηγάδι μιας νέας πραγματικότητας – ο στροβιλισμός τους διατηρεί το νερό καθαρό.

Σημειώσεις
[1] Elizabeta Sheleva: “Otadžbina/domovina/tuđina” (“Πατρίδα/Πατρίδα/Ξένη γη”). Sarajevske sveske, no. 45/46, 2014.
[2] Dubravka Ugrešić: The Age of Skin. Ανοιχτή επιστολή, 2020.
[3] Kapka Kassabova: Border: Ένα ταξίδι στην άκρη της Ευρώπης. Graywolf Press, 2017.
[4] Από το ποίημα της Wisława Szymborska “The Joy of Writing” (View with a Grain of Sand: Selected Poems, Harcourt Brace, 1995).
[5] Danilo Kiš: Lauta i ožiljci”). Dalkey Archive Press, 2012.
[6] Hannah Arendt: Arendt: Thinking Without a Banister: Essays in Understanding, 1953-1975. Schocken, 2018.

*Ο Nikola Madzirov (ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής) γεννήθηκε το 1973 στη Strumica, σε οικογένεια προσφύγων από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Όταν ήταν 18 ετών, η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας προκάλεσε μια αλλαγή στην αίσθηση της ταυτότητάς του – ως συγγραφέας επαναπροσδιορίστηκε σε μια χώρα που έμοιαζε καινούργια αλλά εξακολουθούσε να τρέφεται από βαθιά ριζωμένες ιστορικές παραδόσεις. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες. Για το βιβλίο του Relocated Stone του 2007 του απονεμήθηκε το διεθνές βραβείο ποίησης Hubert Burda για συγγραφείς που γεννήθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, καθώς και το πιο σημαντικό μακεδονικό βραβείο ποίησης Miladinov Brothers στις βραδιές ποίησης Struga. Άλλες διακρίσεις περιλαμβάνουν το βραβείο Studentski Zbor για το καλύτερο ποιητικό ντεμπούτο και το βραβείο Xu Zhimo Silver Leaf για την ευρωπαϊκή ποίηση στο King’s College του Cambridge στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι Αμερικανοί συνθέτες Oliver Lake, Michael League, Becca Stevens και Du Yun έχουν συνθέσει μουσική βασισμένη σε ποιήματα του Madzirov. Του έχουν χορηγηθεί πολλές διεθνείς υποτροφίες: DAAD στο Βερολίνο, Marguerite Yourcenar στη Γαλλία και Civitella Ranieri στην Ιταλία. Επιμελήθηκε τη μακεδονική έκδοση της Ανθολογίας της Ποίησης του Κόσμου: και XXI αιώνα. Είναι ένας από τους συντονιστές του διεθνούς ποιητικού δικτύου Lyrikline με έδρα το Βερολίνο (https://www.lyrikline.org/en/home/) και μέλος της κριτικής επιτροπής του 2023 για το μεγαλύτερο διεθνές βραβείο ποίησης για ένα μόνο βιβλίο ποίησης στον κόσμο, το Griffin Poetry Prize.

**Μετάφραση στα Αγγλικά: Gorjan Kostovski. Μετάφραση στα Ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Θεόδωρος Μπασιάκος, έρωτας

Artwork: Δημήτρης Μιχελουδάκης

Στο ντιβάνι απλώνομαι ευχαριστημένος, εκείνη γερτή
στη φτερούγα μου, μετά τον έρωτα. Εκείνη μετρά τα
παΐδια μου, εγώ ραχατεύω. Το παντελόνι μου στο πάτωμα
χάμω. Σκαλωμένη η κάλτσα της, σ’ έναν τόμο της
Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ, στο κομοδίνο.
Η βουή -απ’ όξω- της μεγαλούπολης, μία λογοτεχνία
αστυνομοκρατούμενη.
– Θοδωρή;
– Ε! της κάνω
– Τίποτα! Έτσι μούρθε απλώς να πω τ’ όνομά σου…

Μια χαρά! Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό, αυτό της το
«τίποτα» με βαστάει στη ζωή μπορεί και μια ολάκερη εβδομάδα.

Cesare Pavese, Αδιαφορία

Άνθησε αυτό το μίσος σαν ένας λαμπρός έρωτας
οδυνηρός, και αναστοχάζεται με λαχτάρα.
Ζητά ένα πρόσωπο και μια σάρκα, σαν να ήταν ένας έρωτας.

Είναι νεκρές η σάρκα του κόσμου και οι φωνές
που ακούγονταν, ένα τρέμουλο άδραξε τα
πράγματα∙ oλόκληρη η ζωή κρεμάστηκε από μια φωνή.
Κάτω από μια πικρή έκσταση περνούν οι ημέρες
στο θλιμμένο χάδι της φωνής που γυρίζει
ξεβάφοντας το πρόσωπο. Όχι χωρίς γλύκα
αυτή η φωνή της θύμησης ακούγεται αλύπητη και τρεμάμενη: κάποτε έτρεμε για μας.

Αλλά η σάρκα δεν τρέμει. Μόνο ένας έρωτας
θα μπορούσε να την ανάψει, και αυτό το μίσος τον γυρεύει.
Όλα μα όλα τα πράγματα και η σάρκα του κόσμου
και οι φωνές, δεν αξίζουν το καυτό χάδι
εκείνου του σώματος και αυτά τα μάτια. Μέσα στην πικρή έκσταση που αυτοκαταστρέφεται, αυτό το μίσος ξαναβρίσκει
κάθε μέρα ένα βλέμμα, μια σπασμένη λέξη,
και γαντζώνεται επάνω τους, αχόρταγο, σαν να ήταν έρωτας.

Sandro Penna, Μικρά ποιήματα

Μακριά στο παλιό προάστιο
δεν υπάρχει μελαγχολία.
Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική
χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.

*

Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ
θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει.

Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός
που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.

*

Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν
κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν
γλυκός όπως εσύ…

*

Η θάλασσα είναι όλη γαλανή.
Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη.
Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.

*

Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά;
Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά.
Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη
με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.

*

Βασανισμένος απ’ τη ζωή
ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος.
Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι
περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.

*

Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο
το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα.
Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω
τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.

*

Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα.
Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν.
Τα έκαναν όλα άνω-κάτω
κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.

*

Στη βαθιά νύχτα
σβήνουν τ’ αστέρια.
Θλίψη με πλημμυρίζει:
μια αγάπη για όμορφα πράγματα.

*

Η βενετσιάνικη πλατειούλα
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Μα μένει
στη μνήμη –και μαγεύει
το φως– η πτήση
του νεαρού ποδηλάτη
που στρέφεται στον φίλο με πνοή
μελωδική: «Πας μόνος;»

*

Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι
κοιμούνται ανά δύο;

*

Μονότονη είναι η ζωή μου, όταν καίει
ένας ήρεμος ήλιος στις πράσινες γρίλιες.
Γίνεται βλέμμα ενδοτικό, τρυφερή ανώνυμη
αγάπη, ποίημα τεσσάρων στίχων.

*Ο Ιταλός ποιητής Σάντρο Πέννα (1906-1977) γεννήθηκε στην Περούτζια. Έκανε διάφορες δουλειές όπως πράκτορας σε γραφείο στοιχημάτων, λογιστής, υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο. Έγραψε ποίηση χαμηλών τόνων, ολιγόστιχη, υπαινικτική, στην οποία κυριαρχούν η μελαγχολία και η εσωστρέφεια. Ο Πέννα είναι ένας αισθητής, που εμμένει διαρκώς στο παρόν. Αγαπά τη ζωή περισσότερο απ’ το νόημά της, όπως θα έλεγε ο Αλιόσα Καραμάζοβ, ένα από τα μυθιστορηματικά αδέλφια του Ντοστογιέφσκι. Και σ’ αυτή την αγάπη για τη ζωή εξαντλείται για τον Πέννα το νόημά της.

**Επιμέλεια-Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

***Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.