Γιώργος Κοζίας, Mandorla

Οἱ ὧρες θὰ περνοῦν, θὰ γυρίζουν τ᾿ ἄστρα,
οἱ οὐρανοὶ θὰ παίζουν μπλοὺζ στὴν ἐρημιά μου.
Θὰ θυμᾶμαι τοὺς ἥλιους,
τὰ χαμόγελα τῶν κοριτσιῶν,
τὴν προδοσία τῶν ἄλλων
κι οἱ αὖρες θὰ πλέκουν
βοστρύχους τὰ μαλλιά μου.
Θὰ μένω λαμπάδα ἀναμμένη
ἡμέρες καὶ χρόνια,
δίχως ν᾿ ἀκούω, δίχως νὰ βλέπω
τοὺς σακατεμένους κόσμους.
Θὰ εἶμαι ὁλόκληρος ἕνα πικραμύγδαλο,
μία γιορτινὴ ἀνάμνηση
γιὰ λωποδύτες, γιὰ ληστές
κοντὰ στὴν Σανταγκόρα.
Θὰ εἶμαι γαμψός,
γυμνός, ἄγριος στὴν σκοτεινὴ στεφάνη,
ὁ κολασμένος στοὺς παγωμένους κήπους
ὁ ἄνεμος στοὺς κέδρους τῆς ἀγάπης.

Βαλάντης Βορδός, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΥ ΠΡΩΙ

Με ρώτησε
γιατί ο Κύριος Λ
δεν προσήλθε για την
θεραπεία του
Τί να πω;
Πως την φάση του περνάει
και άνθρωπο δεν θέλει
να βλέπει;
Πως του λύθηκε το σκυλί
κι όλη νύχτα το έψαχνε
μέσα σε μία τρύπα
που τον ρούφηξε;
Πολύ πρωί χωρίς καφέ
για τέτοιες συζητήσεις
Ότι πέθανε είπα
και τέλος

*

Ενώ ότι έλειπες
ήξερα
συνέχιζα να σου παίρνω
ένα κουλούρι την μέρα
και να το αφήνω δίπλα στον υπολογιστή
σχηματίζοντας το σήμα
των ολυμπιακών αγώνων
Πριν έρθεις τα μάζεψα
τα έλιωσα μες στα δάχτυλα
και τα τάισα στα πουλιά
Δεν είναι η απουσία
που εξοντώνει
η παρουσία είναι
που κρατάει την έκφραση
σαν κολλημένη τσίχλα
στο πάτωμα

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#trash/FMfcgzGtwMkCtBdnWgmtDQtthzFwtLrR

Χρήστος Λάσκαρης, Αγαπώ την ποίηση σημαίνει 

Αγαπώ την ποίηση σημαίνει,
αγαπώ την ζωή·
το λαβωμένο στο δρόμο περιστέρι
και το δεντρί το μοναχό σε βράχο έρημο,
που το χτυπάει η καταιγίδα και τ’ αγέρι.
Αγαπώ την ποίηση σημαίνει, αποδέχομαι,
και δολοφόνο, και μαχαίρι.
Υπομονετικά σηκώνει
Υπομονετικά σηκώνει την ψυχή του ο φελλάχος,
υπομονετικά μέσα στην έρημο τραβάει με την γκαμήλα του,
κάθε φορά.
Κάποτε,
μ’ έναν άλλον αγωγιάτη συναντιέται,
που κοιτάζονται αμίλητοι.
Καθένας μι’άλλην έρημο,
στα χείλη κουβαλά.
Μην τους ακούτε
Μην τους ακούτε ,σας λένε ψέματα,
μόνο μια σκοτεινή παγίδα σας περιμένει·
εγώ σας λέω
αργοπορείτε μέσα στην άνοιξη,
σας λέω, αργοπορείτε.

*Από την πρώτη επαρχιακή έκδοση ποιημάτων του Χ. Λάσκαρη το 1979.

Αθηνά Αραπάκη, Petite Fleur

Χθες το βράδυ είδα στον ύπνο μου
Το αγαπημένο μου καφέ

Τα ποτήρια ράγισαν
Από τον πυρετό
Και οι τοίχοι του ήταν γυμνοί
Σαν τους νεκρούς μας

Και εγώ πεθύμησα εκείνο το κοκτέιλ·
(άκου πράγματα)

Η αγκαλιά
Σπέρνει τον θάνατο
Κι εμένα μου λείπουν τα κοκτέιλ
Που έφτιαχνε ο Σπύρος

Και συ μου λείπεις
Και κείνη η παχουλή η γάτα
Που μπλεκόταν στα πόδια σου
Και τα βινύλια

Θεέ μου, πόσο μου λείπουν τα βινύλια
Σώπασαν πια
Από φόβο ή μοναξιά, ποιος ξέρει

Το αγαπημένο σου τραπεζάκι
Μου ψιθυρίζει πως θα ’ρθουν καλύτερες μέρες

Ξυπνάω και βγαίνω στους δρόμους
Το χρώμα έσβησε από τον ουρανό
Και τα όνειρά μας
Λειώσαν

Πώς θ’ αντέξει ο κόσμος χωρίς βινύλια;

*Από τη συλλογή “Amatum-19 – Ημερολόγιο Ποίησης Μάρτιος 2020-Δεκέμβριος 2020”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, 2021.

Αντώνης Τσόκος, [Τα λουλούδια των μπαρ]

Τα μπορντό τριαντάφυλλα
ξημερώνονται
στα στέκια της πόλης.
Moriarty,
Drunk Sinatra,
Poems and Crimes,
Key,
Montalbano.
Τα πουλά ο Μεράλ
με αντάλλαγμα ένα ευρώ.
Με το ευρώ διατείνεται
πως θα πάρει σουβλάκι.
Όσο τρυφερή κι αν ακούγεται
αυτή η συναλλαγή
αφήνω το στομάχι του άδειο.
Μετά την άρνηση
το χαμόγελο του Μεράλ
μαραίνεται.
Μαζεύει τα λουλούδια
και περνά στο επόμενο τραπέζι.
Κι όλο θέλω να του φωνάξω:
συγχώρεσέ με,
πεινασμένε μου φίλε!
Δεν ξέρω ποιο αγκάθι
να διαλέξω για εκείνη.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2019.

Κώστας Ρεούσης, Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου

Στο Σωτήρη Παστάκα

Πώς ποταμού χαραγματιά
απ’ το φρύδι ερωτομανεί με την καύτρα

Πλάκες τεκτονικές που
συναντώνται στο μέτωπο του ρήγματος

ενός κρανίου ποιητή

Μια μεταχειρισμένη ένδοξα πένθιμη καρδιά

κυκλοφορεί στα βράχια
φύκια της γενειάδας

του ατρόμητου κασμά

Στις αλαταποθήκες της
ράχης φωλιάζουν

στρείδια καμωμένα από
αλλόφρονα φρενιασμένες ψυχές

που εισακούστηκαν

Ένα βαθύ κράτος
αλκοολικού βλέμματος

λαμβάνει βαπόρι
ματσακόνι

μαντρώνοντας
κοντραμπατζήδες

Στο μπαλαούρο μπαρμπούτι
με το μουνί μαγκάλι

ένα περιδέραιο ηχεί
μεσίστια

Εξήντα χρόνια τζόβενο
μαρκόνης πλοηγός και καπετάνιος

Λευκωσία, Ιούνιος, 2014

Σημειώσεις
-Ένδοξα πένθιμη: αναφορά στο βιβλίο του Βασίλη Λαλιώτη,
«Το ένδοξο πένθος», Πλανόδιον, Αθήνα, 1997.
-Μουνί μαγκάλι: στίχος του Σωτήρη Παστάκα από το βιβλίο, «Τριλογία», Παρουσία, Αθήνα, 2012.

*Το ποίημα του Κώστα Ρεούση κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό φυλλάδιο από τις εκδόσεις Ενδυμίων, τον Ιουνιο του 2014.

Αλέξανδρος Λαβράνος, Ποιήματα

να κάθεσαι στο στηθαίο του παράθυρου

να κοιτάζεις την καγκελόπορτα της αυλής
να κοιτάζεις και να μην βγαίνεις
να κοιτάζεις με την ψυχή σου άδεια
και να ‘χεις ξεχάσει πως ήθελες

να φύγεις. Άνθισε η ρολογιά
Σούρουπο ακόμα, βράζει ο καφές και χύνεται
μια φωνή απ’ το ραδιόφωνο
να λέει τον καιρό της εβδομάδας
να καπνίζεις στο τραπέζι της κουζίνας

να λες θα την γκρεμίσω εγώ αυτήν την πόρτα
και να μην υπάρχει πόρτα

*

έρχονται οι λέξεις
χτυπούν με μανία την πόρτα
καθεμία φέρνει και μια απουσία

μη φεύγεις, μην τρέχεις
μπήκε ο στίχος-διαρρήκτης

*

πριν ξημερώσει χίμαιρες
ο δολοφόνος μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο
τη σκέψη του ακονίζοντας
την καλογυμνασμένη του απόφαση

του πρέπει μόνο ένα σινιάλο
ανάλογο των ασάλευτων ματιών του

λαμβάνει ένα τυποποιημένο καλωσόρισμα,
βάζει τα χέρια στις τσέπες
θύλακες της πλήξης του
και φεύγει
σαν παιδικό μυστικό περιπλανιέται

ξημέρωσε

*Από τη συλλογή “ισόγειος διάδρομος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 2023.

Νατάσα Χασάκιοϊλη, Παιδική χαρά

Ξάπλωσε στη φλέβα μου.
Μη φοβάσαι.
Λευκό μαντήλι θα σε ανεμίσει,
κάπου ψηλότερα από την ηδονή.

Τρύπησε τα μάτια μου.
Θα ταξιδέψεις.
Κάπου ζεστά,
εκεί που η φωνή χαϊδεύει την καλοκαιρινή αύρα.

Πιάσε τις χορδές μου.
Θα τραγουδήσεις.
Ροκ άρβυλα να τυμπανίζουν σε πενθιμο σκοπό.

Σχίσε το στέρνο μου,
Θα ανασάνεις.
Μια ηχώ στην κατακόμβη των ονείρων σου.
Πνίξε τα αγκάθια μου.
Κι ας τσαλακωθείς.
Ένα μαύρο φως
με ρηνίδες αστεριών
θα βροντήξει στον ουρανό σου.

Άκουσε τη μνήμη μου.
Θα ερωτευτείς.
Κάθε φάντασμα,
Κάθε σκιά,
κάθε πρωινό με γλυκά του κουταλιού.

Κούμπωσε τα αυτιά μου.
Θα λυτρωθείς.
Μια μέρα ορφανή πόνου,
μες στα μάτια ενός σαραντάχρονου παιδιού,

Απασφάλισε το κλειδί μου.
Κι ας πυρακτωθείς.
Η σκιά σου θα λάμπει πάντα
μέσα στο μαγικό καπέλο.

Ρωξάνη Νικολάου, Από τα ‘Ποιήματα 1991-1999′

Σκόνταψα σε χαρακιά
μικρού πέλματος.
Παραλίγο να σαρώσω πλήθος
ημερών που κατοικούσαν μέσα.
Ίσκιος πεθαμένης ιτιάς
κουνήθηκε στο χώμα.
“Δικό σου είναι”
μου μίλησε η φωνή μου
βουρκωμένη.

Αμέσως φανήκανε
πέντε έξι εφτά
ίσαμε οχτώ χρονώ παιδιά.

Η κυρία Αριάθθη
καθόταν στην καρέκλα της
και μας κοιτούσε.
Στα πόδια της είχε μαζευτεί
η αυλή της.
Ένας κόκορας
τσιμπολογούσε το τσιμέντο.

*Ποιήματα 1991-1999, αυτοέκδοση.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραγισμένο ταμπούρλο 

Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά
σβησμένες οι σημαίες μου κι η νιότη μου σαλπάρει

Τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί
προσπάθειες που τέλειωσαν λιωμένη μουσική
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου. . .