Χρήστος Μπράβος (1948-1987), Τρία ποιήματα

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ

Πεθάνανε νωρίς.

Τους έμαθα νύχτες πολλές
ξυπνούσαν ένας ένας
στου πατέρα τα θαύματα·
κάποτε τους μυρίζω στον αέρα
-βαρύ άλιωτο κόκκινο.

Εδώ κανείς δεν άλλαξε τους φράχτες
μια χλόη τους κυκλώνει
αλλού πυκνή αλλού ατάιστη.
Σημαδιακές παλάμες όλ’ αυτά
με τον καιρό μπορείς
και τις διαβάζεις.

Φωτογραφίζεις από μνήμης
τους απόντες

*

ΔΙΚΟΠΗ ΜΕΡΑ

Πώς μπαμπακιάσαν τα μαλλιά
της μάνας μου…
Φέγγουν στο κόκκινο
της μέρας με τυφλώνουν.

Τρέχει ο μικρός μου γιος
τρέχει γελώντας
τρέμοντας τρέχω
“Ο φράχτης στάζει κόκκινο”

κι όπως της γδέρνω
το λαιμό και με σκεπάζει
χάνομαι μες στο μαύρο
των μαλλιών της.

Πάσχα 1981

*

ΣΠΑΝΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΟ

Αλλιώς φυσάει κάποτε.

Σήραγγες δια-
σχίζουν το γκρίζο
κομματιάζουν την πέτρα
κι ένα πουλί χαρούμενο
με φέρνει πίσω.

Όλα στη σκόνη τους
κι οι νύχτες αλαφρές.
Δεν βγαίνουνε στο δρόμο
οι σκοτωμένοι
αστράφτουν σαν καπούλια
οι πλαγιές.

Αλλού ταξιδεύω τότε.
Δεν έχει κόκκινο εκεί
δεν έχει γκρίζο.

*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο” (εκδ. Κείμενα 1983) που περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο “Βραχνός προφήτης – Ποιήματα και Κριτικά κείμενα 1981-1987”, εκδ. Μελάνι, 2018.

Ελένη Νανοπούλου, Ώστε μοιράζεις προκηρύξεις

Artwork: Michal Mozolewski

Όταν ήμουν μικρή
δεν είχα ποτέ μια συγκεκριμένη θέση
όλο έτρεχα
και ανέβαινα σε δέντρα και κατάρτια.
με φώναζαν τφρρρρρρ
κάπως παχνιδιάρικα και ενοχικά.
θύμωνα πολύ.
Θα σας σφάξω
φώναζα
Θα σας σφάξω.
Είχα δει τη γιαγιά μου να σφάζει τα κοτόπουλα τόσο
εύκολα
δίχως ενοχή
έτσι κι εγώ νόμιζα
όταν ο άνθρωπος τυραννιέται από πανικούς
δεν μπορείς να τον αφήσεις να τον κάνουν αλλόφρονα
Αφήσαμε τα παιδιά
τους ηλικωμένους
στο δρόμο
το ίδιο συνεχίζουμε να κάνουμε
αλλόφρονες
στην καλύτερη
τους τσακίζουμε
στα βράχια
γιατί ενώ είναι νεκροί
αναρωτιόμαστε
πώς κι έγινε τέτοιο φονικό;
Τι παράξενα που φαντάζουμε
αν είχα όντως το κουράγιο
θα μας σκότωνα.
Τατάραμ – τατάραμ – τατάραμ
όλες οι μέρες της νεότητάς μου
μικρό μου τραγουδάκι
το μοιράζω σε προκηρύξεις.
Νομίζω ότι πάψαμε να υπάρχουμε σαν ζωντανοί
Θεέ μου τι μαρτύριο αυτές οι συμπόνιες
Ώστε μοιράζεις προκηρύξεις
… είπε

*Από τη συλλογή “Άφιλτρα”, εκδ. Bibliotheque, 2021.

Νικόλας Κουτσοδόντης, [Ο ΜΑΡΙΝΟΥΣ ΒΕΝ ΝΤΕΡ ΛΟΥΜΠΕ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ]

Δεν με σκοτώνουν
τη φλόγα δεν μπορείς να τη σκοτώσεις
με νομικά βιβλία
και δίνει φως μοναδικό
στο Ράιχστάγκ σας.

Δεν έχω να μιλήσω
πέρα απ΄ το γκρίζο σκύψιμο που μου ‘μαθε η μάνα
από τη μέρα που μας άφησε ο πατέρας
από τη μέρα που με άφησε κι εκείνη.

Α τι καλά
κι ο Δημητρόφ πιο δίπλα αγορεύει
και με κοιτάζει όλο πρόστυχο
ως να περνώ απ’ τα υγρά αγγίγματα των στρατιωτών
να με σκεπάζουνε τα στήθη τους και τα φιλιά
του έμπειρου Καρλ Ερνστ
του Γκρουπενφύρερ.

Ο Γκέρινγκ τώρα ουρλιάζει
πιάσανε κόκκινους πολλούς μα δεν πειράζει
πώς αλλιώς;
Κι ο Δημητρόφ τον εξοργίζει
αθώος ως την ομορφιά του τον καταρρίπτει
τον ένδοξο υπουργό των Εσωτερικών
τον γερμανό χασάπη.

Τι κρίμα δε μιλάμε την ίδια γλώσσα Δημητρόφ
να σου αφηγηθώ πως ήμουν δυνατός
πρώτος στην απεργία
μα δε συμπλήρωσα ποτέ να πάω στη Σοβιετία
οπότε να
η Ιστορία με βρήκε τώρα
χωρίς πουκάμισο αλήτη και λερό.

Μα μου ‘χει μιληθεί είναι μια φάρσα
στα εικοσιτέσσερα χλωμά μου έτη ταιριαστή.

Δεν θα μ’ αγγίξουνε λοιπόν
και θα κοιτώ στους περιπάτους μου τον ουρανό
απ’ την αυλή του Λάιπτσιχ.

*Από τη συλλογή “Μόνο κανέναν να μη μου φέρεις σπίτι”, εκδ, Θράκα, 2023.

**Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe, 1909-1934). Όνομα συνώνυμο της προβοκάτσιας. Ολλανδός κομμουνιστής κτίστης, τη μοίρα του οποίου σφράγισε η πυρπόληση του Ράιχσταγκ στις 27.2.1933. Συνελήφθη, δικάστηκε και εκτελέστηκε έναν χρόνο αργότερα.
(Από τις σημειώσεις της συλλογής). Στη φωτογραφία ο Marinus van der Lubbe.

Βέρα Ι. Φραντζή, Δύο ποιήματα

Exif_JPEG_420

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΟ ΑΙΜΑ

βάφω κόκκινα τα μαλλιά μου και τα χύνω πάνω σου
σαν τα νερά του Ιλισού
ξαλμυρίζω τα δόντια μου στα χείλη σου
γραμμές λευκές από κιμωλία σε ξύλινη επιφάνεια
αφήνουν ήχους νεκρούς
ευαίσθητους που γραντζουνάνε το δέρμα σου ανάμεσα
στις αρτηρίες σου υγραίνω την περιοχή με σάλιο
από άργυρο
κι εσύ ανασηκώνεσαι
με γόνατα σφραγισμένα και πράσινα μάτια
που αχνίζουν την αθανασία

*

ΚΑΤΑ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑ

οι έρωτες μοιάζουν με φυσικές καταστροφές
ανήμποροι μπρος σε αυτό το άδικο
που λέγεται φυσικός νόμος
απλώνουμε τα χέρια μας
και βγάζουμε μωρά από τις κοιλιές μας
τα πλένουμε με νερά λάσπης
λάσπη και γέννηση
τρώμε τη βιβλική καταστροφή
την ψαύουμε με τις παλάμες μας

Θέλω να ζήσουμε την ουτοπία πριν πεθάνουμε
κι ο οργασμός -τι κρίμα- κρατάει λίγο

*Από τη συλλογή “Γράμματα σε νεκρό εραστή“, εκδ. εκδ. Bibliotheque, 2016.

Αργύρης Χιόνης, Καθρέφτης…

Θαμπέ καθρέφτη,
στο γυαλί σου φυλακίζεις
τα είδωλά μας

μες τα θολά νερά σου
αμέτρητοι πνιγμένοι.

«ΤΑΝΚΑ»

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/04/22/kathreftis/

Γεώργιος Σκούρτης, Ίδε ο άνθρωπος

Klaus Wrage, Dante’s Divine Comedy, Inferno, 1922

Πεζοδρόμια βρόμικα
Αέρας σκοτεινός
Μολυσμένοι άνθρωποι.

Πίσω από τον πάγκο του
Κρύβεται δειλός
κούτες ξεφορτώνει
Σαν σε χαρακώματα
Κάθεται σκυφτός
Νύχτες ξημερώνει.

Βλέμματα που τρέχουνε
Και τον προσπερνούν
Δίχως σημασία
Οι ματιές που στρέφουνε
Λες τον οδηγούν
Στην ανυπαρξία.

Κούτες εμπορεύματα
Κρύβουνε το φως
Και δεν ξημερώνει
Ξύλινος ο πάγκος του
Ξύλινος σταυρός
Κι η ζωή τελειώνει.

*Από τη συλλογή “Είναι προς θάνατον”, ΑΩ Εκδόσεις.

Βύρων Λεοντάρης, Ετσι που τραύλισα…

V

Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)

Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά

Ήξεραν οι παλιοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους, στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα
της μάνας μας…
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

Νίκος Παναγιωτόπουλος, Τώρα πάντως έπεσε η πρώτη φτυαριά

Τώρα πάντως έπεσε η πρώτη φτυαριά.
Πόσο θα της μοιάζει και η τελευταία
ούτε ο λογοτέχνης δεν θα μπορούσε να το πει.
Κακό που σε βρήκε, θα γίνεις πνεύμα.
Ενώ λίγο πιο πριν μιλώντας για την απώλεια ενός φίλου αποφαίνεται πικρά και ειρωνικά:
Τίποτα δεν είναι αθάνατο. Πολύ σκληρή είναι η ζωή
αλλά μετά είναι όλα εύκολα. Παρηγορηθείτε.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2023/08/08/proti-ftyaria-panagiotopoulos/

Γιώτα Αργυροπούλου, Τρία ποιήματα

ΟΙΩΝΟΣ

Στα μαλακά μάτια των πουλιών
βλέπω πως θα συναντηθούμε

με το τρόπο που ξυπνούν
κι όπως πέφτουν στο χώμα.

*

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

Ι
Κάτω απ΄ τον ίσκιο των πουλιών
μικρή άνοιξη η αλκή σου.

ΙΙ
Γυμνή εφαπτομένη των νερών
και του κορμιού σου.

ΙΙΙ
Φιλοβόλος άνεμος
σκορπάει τα μαλλιά μας στο χώμα.

IV
Ένα φάντασμα κατοικεί μες στα μάτια σου.

*

ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

Στις όχθες του Μαρτίου περνάς
πολιούχος
κοιτάς.

Έτσι μοιράζεται το φως.

Κι όταν σε λίγο κουραστείς
θα σκοτεινιάσει.

Πάνος Κουτούλιας, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΛΑΘΟΥΣ

Ευγενικός διαβάτης της προσήλωσης
καλούμαι να με αναφέρω στη διεύθυνση
της ανίας·
οπότε κρέμασέ με από τώρα
να μ’ έχεις έτοιμο.

Αύριο εκεί γύρω στις δώδεκα
θα εκφωνήσω
το ξεβράκωμά μου·
μη με χάσεις.

Από τα τόσα μέλη, τις μυρωδιές και τα χρώματα
επέλεξα μονάχα
όσα θα μου χρησίμευαν για να σε συνθέσω.

Κι η ομορφιά τους με έθιξε ανεπανόρθωτα.

*

ΡΑΝΙΔΑ

Μέθη Μυκόνου

Κι είναι σκληρή ασήκωτη γυμναστική
σε δημόσιο χώρο
όλο αυτό το σύρσιμο της σάρκας·

πάρε λοιπόν το κέντημα
της νοσταλγίας των άκρων σου·

-εγώ είμ’ αυτό-

προκατακλυσμιαίος ματαιόδοξος
να σε μπατάρω,
διερμηνεύοντας μουσικές επιλογές…

Κι αν όλα γίνονται
για μια πρόγευση του τέλους
και όχι από απλή ηλιθιότητα;

*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, εκδ. Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.