Nicanor Parra, Σόλο πιάνου

Μια κι η ζωή δεν είναι άλλο από μια μακρινή πράξη,
Λίγος αφρός που γυαλίζει μέσα σ’ ένα ποτήρι·
Μια καν τα δέντρα δεν είναι άλλο από έπιπλα που κουνιούνται:
Δεν είναι άλλο από καρέκλες και τραπέζια σε συνεχή κίνηση·
Μια κι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε άλλο από όντα
(Όπως ο ίδιος ο θεός δεν είναι άλλο παρά θεός)
Μια και δε μιλάμε για να μας ακούσουν
Παρά για να μιλήσουν κι οι άλλοι
Κι ο ήχος έρχεται πριν από τις φωνές που τον παράγουν
Μια κι ούτε καν έχουμε την παρηγοριά ενός χάους
Στον κήπο που χασμουριέται και πλημμυρίζει αγέρα,
Ένα αίνιγμα που πρέπει να ξεδιαλύνουμε πριν πεθάνουμε
Για να μπορέσουμε να αναστηθούμε ήσυχα μετά
Όταν έχουμε χορτάσει τη γυναίκα·
Μια που υπάρχει και στην κόλαση ουρανός,
Επιτρέψτε μου να κάνω κι εγώ μερικά πράγματα:

Θέλω να κάνω φασαρία με τα πόδια μου
Θέλω η ψυχή μου να βρει το σώμα της.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, 2002.

**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Κατερίνα Φλωρά, Από μακριά

Αναζητώντας τις διαφορές
διαβαίνουμε εδώ και κει
με την προσμονή κάτι να αντικρύσουμε
που εντύπωση θα κάνει
Μοναδικό σπάνιο συναρπαστικό

Όμοιες οι ανάγκες των ανθρώπων
Απ’ άκρη σ’ άκρη
όσο μακριά κι αν φτάσουμε
Οι αποστάσεις τους ανθρώπους δεν αφορούν
μα τις συνθήκες· καταστάσεις που απομακρύνουν
και αποχρωματίζουν τον βαθύ πυρήνα της ύπαρξης

Charles Bukowski, Δύο ποιήματα

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ Ν’ ΑΝΤΕΞΩ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

μαζεύτηκαν μερικές εκατοντάδες χαζών
γύρω απ’ τη χήνα που ‘σπασε το πόδι της
προσπαθώντας ν΄ αποφασίσουν
τι να κάνουν
όταν έφτασε ο φύλακας
και τράβηξε το κανόνι του
και το ζήτημα τέλειωσε
εκτός για μια γυναίκα
που βγήκε τρέχοντας από μια καλύβα
φωνάζοντας πως θα σκότωσε το ζωάκι της
όμως ο φύλακας χάιδεψε τον τελαμώνα του
και τής είπε
φίλα τον πισινό μου,
Πήγαινέ την στον πρόεδρο·
το πουλί έκλαιγε
κι εγώ δεν μπορώ ν’ αντέξω τα δάκρυα.
δίπλωσα τον καμβά μου
και προχώρησα παρακάτω:
Οι μπάσταρδοι είχαν καταστρέψει
το τοπίο μου,

*

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΦΗΜΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κάθεται έξω απ΄ το παράθυρό μου τώρα
σαν μια γριά που πάει για ψώνια·
κάθεται και με κοιτά,
ιδρώνει νευρικά
μέσ’ από καλώδιο και καταχνιά και σκύλου γαύγισμα
ώσπου ξαφνικά
βροντώ την οθόνη με μια εφημερίδα
όπως χαστουκίζεις μια μύγα
και θα μπορούσες ν’ ακούσεις την κραυγή
πάνω από τούτη την άχαρη πόλη,
κι έπειτα έφυγε.

Ο τρόπος για να τελειώσεις ένα ποίημα
σαν κι αυτό
είναι να γίνεις άξαφνα ήσυχος.

*Από το βιβλίο “Μπουκόφσκι Επιλογή από το έργο του”, Εκδόσεις Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980.

**Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός.

Κώστας Κουκούλης (1955-2021), Ποιήματα

ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ τα βουνά επειδή διαρκούν
αγαπώ τις θάλασσες γιατί μου μιλάνε»
και αν λατρεύω τον ουρανό
είναι που κάνει τη γη αισθητότερη.

*

α΄
Τόσες ιδέες
κι ούτε ένα όραμα
τόσοι στίχοι
κι ούτ’ ένα ποίημα.
και ν’ απομένεις
τόσες νύχτες
μες στη βαθύκολπη μοναξιά
μιλώντας πάντα
με ένα φεγγάρι παραπανίσιο.

*

στ΄
Την ώρα που τα περίπτερα αλαφρώνουν
από τις ειδήσεις της μέρας
στους δρόμους της πόλη καλπάζει
μια καθαρόαιμη νύχτα.
Μόνο τα αγάλματα την ακούν.

*

Α, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
νόμιζα
όλα του ύπνου σου τα μυστικά
τα έχω μες στην τσέπη
και να που τώρα εδώ
αμήχανος στέκομαι
μια σκιά στην κλίση των κτιρίων
μία φωνή που πνίγεται
μέσα σε τρόπους δοκιμασμένους.
(Αν και υπάρχει πάντα δυνατότητα
για ένα νέο ποίημα
που θα αναπτύσσεται εντελώς και πρωτότυπα
σε chamois mat των εκατό γραμμαρίων)

*

ΔΕΝ ΘΑ ΓΕΡΑΣΕΙΣ ποτέ, σου έλεγα,
γιατί μετράς τα χρόνια σου μ’ αστέρια
και πως θα επιμένω να χαϊδεύω τα μαλλιά σου
που πάντα κάτι έχουνε να πουν του ανέμου.
Πού σε είδα τελευταία φορά;
Ήταν γκρίζα εποχή, ασπρόμαυρη μέρα
τα σύννεφα είχαν αποθέσει τη βροχή
ζεστή στις όψεις των κτιρίων – κι εγώ
μέσα στην μοναξιά την πολυώροφη
σε κοιτούσα σα να ‘χ’ απέναντι μου περιστέρια.
Τι ήταν που άκουσες και αυτά ταράχτηκαν
τι είδες
και μες στους ατμούς που ανάδιναν τα σώματα
τα λίγα φώτα σώπασαν
τι ευχήθηκες και τα οδόσημα άλλαξαν
για να σε ψάχνω
διαβαίνοντας από το σήμερα στο χτες
να ανεμίζεις των ηλικιών σου τα λάβαρα;
Τι; κι εγώ, εντός μου
διπλωνόμουν
χανόμουν
βυθιζόμουν
σαν σ’ ένα λογοπαίγνιο
με έλικες και κάλυκες –

*Από τη συλλογή, “Ειδωλοσκόπιο”, 1999.

Wole Soyinka, Εποχή

Η σκουριά είναι ωριμότητα, η σκουριά
Και το φθαρμένο φτερό του καλαμποκιού·
Η γύρη είναι ο πλεγμένος καιρός όταν τα χελιδόνια
Υφαίνουν κάποιο χορό
Φτερωμένων βελών
Νήμα από κοτσάνια καλαμποκιού στις φτερωτές
Λουρίδες του φωτός. Και μεις αρέσαμε να ακούμε
Τις κολλημένες φράσεις τ’ ανέμου, ν΄ ακούμε
Τις λίμες στο χωράφι, όπου τα φύλλα του καλαμποκιού
Τρυπούν σα φέτες του μπαμπού.

Τώρα είμαστε αποθηκάριοι,
Προσμένοντας σκουριά στους θήσσανους, τραβούμε
Λιγνές σκιές απ΄το σούρουπο, πλέκουμε
Ξερές αχυρένιες στέγες στον καπνό του ξύλου. Φορτωμένα κοτσάνια
Ιππεύουν την παρακμή του σπέρματος – περιμένουμε
Την υπόσχεση της σκουριάς.

*Ο Wole Soyinka (γεν. 1935) είναι ποιητής από τη Νιγηρία. Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανθολογία νέγρων ποιητών”, Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969.
**Μετάφραση Αλέξης Τραϊανός.

Philip Lamantia, Ζώο παγιδευμένο στη δική του ονειροπόληση

Αναπνέει μέσα από τις πληγές του.
Τα βότανα που θα το γιάτρευαν σαπίζουν στον λαβύρινθο της φοβερής του πατούσας.
Ο ήλιος στέλνει ιαματικά ρεύματα στο ασταθές νησί κάτω από το βυθισμένο του δόντι.
Με αχάτες βροχής, ο σιβυλλικός κήπος (από τα λουλούδια ξεστομίζονται χρησμοί) συλλαμβάνει δηλητηριώδη αεριούχα ύδατα
που ταξιδεύουν στις φλέβες της γης.
Το ζώο, σαν σκοτεινιάζει το φως με μια σφαίρα του δικού αίματος,
διαβάζει στα τηλεοπτικά φύλλα:
-ΠΑΡΟΞΥΣΜΟΙ ΤΡΟΜΩΝ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ-
-ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ-
…και το χλοερό στόμα σχίζεται και ανοίγει υπογείως.

*Από το βιβλίο “Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς – Στοιχεία για την beat generation”, Εκδίσεις Κέδρος, 2010.
**Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή, κείμενα: Γιάννης Λειβαδάς.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Φορτίο ως την κορφή

Ο κομσομόλος
Πιοτρ Κουκούσκιν
ορμάει
στη δουλειά
με το κεφάλι κάτω, –
από τις φτέρνες
ως την κορφή
εκατό φορτία έχει φορτωθεί.
Μόλις φάει
ζωηρά ορμάει
ο Πέτια
στην πολιτιστική επιτροπή
κουτρουβαλάει.

Μετά
τον Πέτια είδανε
στους ραδιοερασιτέχνες.
Δεν πέρασε
Δίπλα
Από τα χημικά.
Από τη χημεία
μ’ ένα άλμα
πήδηξε
στα σκακιστικά.

Να παίξεις με τον Κουκούσκιν –
δεν μπορείς:
αυτός
μπερδεύει
πιόνι και βασιλιά. –
(Απειροελάχιστη δυσκολία!)
Αλλά…ο Πέτια
ξέρει
καλά τη θεωρία,
τους εχθρούς να σαρώσει.

Αυτός ο Πέτια
μπορεί
καλπάζοντας
να κριτικάρει
το διεθνή αγώνα.
-«Θεωρώ
πως και οι δυο είναι κακοί –
ο Καπαμπλάνκα και ο Αλιόχιν,
και οι δυο,
στο παιχνίδι αφοσιωμένοι,
φυλάνε το βασιλιά.

Φαίνεται
στο προτσές
αυτό
η μη μαρξιστική αντιμετώπιση
Εγώ
στιγμή δεν θα καθυστερήσω –
τους μονάρχες
με τα πιόνια
να καθαρίσω!».

Με συνεδριάσεις
και ομιλίες,
περνάει το πρωί,
το βράδυ περνάει,
με δουλειές –
με ανάσα κοφτή
απ’ το τσεπάκι
ξεπροβάλλουν
τριαντατρία μολύβια.

Κάθησε
σε διακόσιες συνελεύσεις.
Οι μέρες πετούν,
οι εβδομάδες φεύγουν…
Και ρόζους
Έβγαλε
Στο μέρος,
Με το οποίο κάθονται να συνεδριάσουν.
Το μυαλό θολώνει,
πρήζεται ο νους,
το κορμί
απ’ το κεφάλι πιο μικρό,
από το τρέξιμο ξεθεωμένο,
μόνος του
τον εαυτό του
θεωρεί ο νέος –
φοβερά πολυάσχολο.
Πρόγραμμα
του έχει
για ένα χρόνο., αν θέλεις βάλε
στη δουλειά την επιστήμη!

Πού είστε, Γκάστεφ με τον Κέρζεντσεφ;!
Με την πλειοψηφία –
υπερψηφίζει,
με την πλειοψηφία –
απέχει.
Χρόνος πέρασε.
Ο απολογισμός μικρός.
Ρωτήσανε τον Πέτια:
που είναι λοιπόν
της δουλειάς
η έννοια και η ουσία
απ’ όλα αυτά τα φορτία;
Κι ο Πέτια μισοκλείνοντας
τα μάτια
περιφρονητικά,
τους κοίταξε
όλους
με μάτια στενά:
-Πώς δηλαδή
να προφτάσω να δουλέψω με τέτοιο φορτίο; –

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός

Αθηνά Τιτάκη, Δρέσδη

Κι όπως βγαίνεις απ’ το καταφύγιο έρημος
εκεί που ξαπλώνουν τώρα μόνο χαλάσματα
μια ωραία πόλη, αστραφτερή
θυμάσαι πως κάποτε υπήρχε.
Τι τύχη! κι όμως επέζησες…
Εσύ ο μοναδικός μάρτυρας
ενός αναίτιου πολέμου.
Ψάχνεις τα χέρια…
Είναι ακέραια.
Κοιτάς τα πόδια…
Λες πως ακόμα σε σηκώνουν.
Στο στήθος δυο πέτρινα κουμπιά.
Όμως εκεί δε θα κοιτάξεις.
Να τα ανοίξεις μόνο θες κι απεγνωσμένα
στα ερείπια ψάχνεις γι’ ακόμα έναν άμοιρο.
Τον στερνό αναζητάς αδελφό.
Έναν ελεύθερο σκοπευτή
να σε βοηθήσει.

Jorge Luis Borges, Οι δρόμοι

Οι δρόμοι του Μπουένος Αϊρες
είναι να η ψυχή μου.
Όχι οι αδηφάγοι δρόμοι,
οι αγχωτικοί
του πλήθους και της βιασύνης,
αλλά οι δρόμοι οι αδέσποτοι
των συνοικιών
σχεδόν αόρατοι
από τους συνηθισμένους
μαυλισμένοι από τις σκιές
και το ηλιοβασίλεμα
κι’ εκείνοι πιο μακριά
απρόσιτοι στα
δέντρα τα τακτοποιημένα
εκεί πού τα χαμόσπιτα
μόλις ξεμυτούν,
θαμμένα
μέσα στις ατέλειωτες αποστάσεις,
πού να χάνονται
στο βαθύ πεδίο
του ουρανού και της πεδιάδας.
Είναι για τον μοναχικό
μια υπόσχεση
γιατί χιλιάδες ψυχές ξέχωρες
τα κατοικούν,
μοναδικές μπροστά στον Θεό
και τον χρόνο
και χωρίς κουβέντα πολύτιμες.
Ίσαμε την ανατολή, το βορρά και το νότο
έχουν εξαπλωθεί
– κι’ είναι πάλι η πατρίδα –
οι δρόμοι.
Μακάρι στους στίχους πού σκαρώθηκαν
να’ ναι αυτοί τα λάβαρα.

*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Raul Gomez Jattin, Το τραγούδι ενός έρωτα ειλικρινούς

Υπόσχομαι αιώνια να μην σε αγαπάω,
ούτε πιστός ως το θάνατο να σου είμαι,
ούτε χέρι-χέρι να πηγαίνουμε,
ούτε με ρόδα να σε ραίνω,
ούτε πάντα με πάθος να σε φιλώ.

Ορκίζομαι ότι θα υπάρχουν λύπες,
προβλήματα θα υπάρχουν και διενέξεις∙
και άλλες γυναίκες θα κοιτάξω,
και άλλους άντρες θα κοιτάξεις,
ορκίζομαι πως για εμένα τα πάντα δεν είσαι
ούτε ο ουρανός μου, ούτε ο μόνος λόγος μου να ζω,
αν και, πού και πού, μου λείπεις.

Υπόσχομαι να μην σε ποθώ παντοτινά
κάποτε η πηγή σου θα με κουράζει
κι εσένα θα κουράζει το δικό μου μέλος
και τα μαλλιά σου κάποτε
το πρόσωπό μου θα ενοχλούν

Ορκίζομαι ότι στιγμές θα υπάρχουν
που μίσος αμοιβαίο θα μας μεθά
και σε όλα ένα τέλος να τεθεί θα θέλουμε
κι ίσως όντως να τεθεί,
μα σου λέω ακόμα πως θα αγαπηθούμε
θα δημιουργήσουμε, θα μοιραστούμε.

Με πιστεύεις, τώρα, πως σ’ αγαπώ;

*Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2023/08/31/tragoudi-erota-eilikrinous/