Jack Micheline, Δύο ποιήματα

Δήλωση για την ποίηση


Ποίηση
είναι
οι βλέψεις
της απίστευτης
πραγματικότητας

Θα κάψουμε τις γέφυρες
και θα φτιάξουμε τις δικές μας

Ποίηση
είναι το συναίσθημα
ένα κονσέρτο
για τα αυτιά
για των τυφλών τα μάτια
δεν είναι των σημασιών οι άχρηστοι στίχοι
βρες την αλήθεια στην ψυχή σου
και φρόντισε τα λουλούδια


*


Έτσι γράφονται, φίλε μου, τα σπάνια ποιήματα


Τα βήματα συγκινούν την καρδιά
Η καρδιά φουντώνει τη φωτιά
Του νου τον καθρέφτη
Άκου τους ρυθμούς της ανάσας σου
Έτσι γράφονται τα σπάνια ποιήματα
Όχι με λέξeις μα με νότες περίεργες
Που κινούν την πένα πάνω στο χαρτί
Αυτό είναι το μάτι του κυκλώνα
Ο σεισμός
Το δώρο του θεού στη φύση
Αθανασία.

*Τα ποιήματα περιέχονται στο βιβλίο του Γιάννη Λειβαδά «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς – Στοιχεία για την beat generation», εκδ. Κέδρος, 2010. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Karen Van Dyck, Two Poems

Karaghiozis

How heavy is my tiredness?
How much does it weigh?
Can the umbrella of my shadow puppet
keep me up tonight, hold me halfway
between the water and the Brooklyn bridge,
unfurl my manly skirts flapping in the wind –
foustanella, foustanella, can you keep me safe tonight?

E.L.I.A Collection

*

Compensation

for Katerina Anghelaki-Rooke

The rhyme of an uneven gait
is the measure of her poetry,
words that come from here and there
whose balance and proportion
owe everything to chance,
a wobbly joyousness that gasps for air
and comes up empty-handed,
only to dive down again for more.

If certain streets have traffic
and others less
this is not a condemnation of the whole.

The wildly loping hobble of the poet
does not mean she won’t arrive
in time for dinner.

*Karen Van Dyck has published an anthology of translations “Austerity Measures: New Greek Poetry” which won the London Hellenic Prize (2016). Her poetry has appeared in Tender, Locomotive and Poiitiki.

**Taken from https://ergon.scienzine.com/article/poetry/two-poems?fbclid=IwAR1bIIs6ZYeiX28b6VgytFd-WNah-56k6zgQj65PjDOjpmEB8juCZ9CdpY8

Ο τελευταίος για τον οποίο θες να μάθεις είναι ο Μοντάρτ: Μια αναγνωστική εμπειρία

Γιάννης Λειβαδάς «Μοντάρτ», alloglotta, 2015

Γράφει ο Γιώργος Πάνος*

«“Ο τελευταίος για τον οποίο θες να μάθεις είναι ο Μοντάρτ»”. Το πεζό ποίημα «Μοντάρτ» του Γιάννη Λειβαδά είναι ενέργεια συμπυκνωμένη σε λέξεις που διαβιβάζεται με ρυθμούς. Ο Μοντάρτ αποκαλύπτει τη σύζευξή του με τον κόσμο δίχως να συγχέεται με αυτόν, διακρίνεται από τον κόσμο χωρίς να διαχωρίζεται από αυτόν. Ο Μοντάρτ καλλιεργεί το ανεπίτευκτο, είναι μια δια ζώσης απεύθυνση σε αυτό που πάντοτε διαφεύγει». Η περιγραφή που συνοδεύει την παρουσίαση του έργου θα έλεγα ότι κάτι ξύπνησε μέσα μου αλλά στην πραγματικότητα το εξάλειψε, με απάλλαξε απ’ αυτό.

Το παρόν κείμενο είναι a priori ανεπαρκές. Ο Μοντάρτ έπεται.

Συνήθως η ποίηση διαβάζεται σε μια διάσταση που μοιράζονται ο αναγνώστης και το έργο, στην περίπτωση της ποίησης του Γιάννη Λειβαδά έχω την αίσθηση πως η ανάγνωση εξοβελίζει για λίγο οτιδήποτε άλλο έχει διαβαστεί. Η λιγόστεψη, στην οποία ο ίδιος έχει αναφερθεί κάμποσες φορές σε γραπτά του, είναι μονόδρομος, με την αφετηρία να απομακρύνεται ασταμάτητα όσο και η προοπτική. Μετά τον εξοβελισμό, με την επαναφορά των υπολοίπων στη μνήμη, ο Μοντάρτ γίνεται πιο προσιτός μα ο αναγνώστης αρχίζει να μοιάζει άγνωστος, κάποια πλευρά του που βρισκόταν στην αφάνεια ξεπροβάλλει μέσα από το κείμενο.

Έχω την αίσθηση πως, ευρύτερα, όσα αποφασίσαμε να κρατήσουμε από τη νεότερη ελληνική ποίηση, χρησιμοποιήθηκαν σαν αερόσακοι προστασίας απ’ ότι ζούμε, από τον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε (εάν σκεφτόμαστε, γιατί συχνά έχω την εντύπωση ότι μόνο τυρβάζουμε), ενώ τα έργα του Λειβαδά μας οδηγούν σε μια αδόκητη σύγκρουση, λάθος, σε συντριβή.

Προσπαθώ να πω κάτι μέσα απ’ αυτή. Το σκηνικό: ένα τραπέζι, τρεις καρέκλες, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα. Ανυπόφορη ζέστη. Ζωή κολλημένη σε ρεύματα, πρότυπα κι εμμονές. Μες στο καταμεσήμερο ο υποφαινόμενος βρίσκει τον μπελά του ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του Μοντάρτ. Η σιωπή του δεν αρκεί, επισκιάζεται. Συνέρχεται από το γρονθοκόπημα της τρίτης επανάληψης με μια ανάγκη να σημειώσει πράγματα για τον Μοντάρτ.

Το ερευνητικό ενδιαφέρον είναι ακατάλληλο μέσο, η αυτενέργεια δείγμα φαντασιοκοπίας. Ο Μοντάρτ αναζητείται, αποτελεί στόχο, αυτός που έχει βαλθεί να τον εντοπίσει άθελά του τον καταδιώκει. Οι λέξεις, σκουπιδαριό, οι έννοιες, τελειωμένες. Ο «ερχόμενος άνθρωπος της δημιουργικής διάλυσης» από τα κατάβαθα της Απτέρου Νίκης (2005) εκκενώνεται και μετατρέπεται σε παρουσία δίχως πρώτο πρόσωπο, δίχως λειτουργίες και δυνατότητες, μια παρουσία αντιμετάθεσης του απροσέγγιστου.

Στην περίπτωση του Λειβαδά μοιάζει εύλογο οι κριτικές γνωματεύσεις με τις οποίες προασπίζονται παραδοσιακά οι βιβλιοκρισίες να μην είναι αρκετές για την απόδοση του περιεχομένου της ποίησής του, για να τονιστούν οι ποιοτικές της διακυμάνσεις και ο ρόλος της, οι διαδοχικές της φάσεις και η επίδρασή της στην ποίηση που εκδόθηκε μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία.

Γράφω δέκα αράδες και σβήνω τις οκτώ. Ο Μοντάρτ είναι τόσο καλά συναρμοσμένος που δεν γίνεται ν’ αντιγράψω στίχους για να δείξω αυτό που συμβαίνει. Προτιμώ να φυλάξω το βιβλίο κρατώντας το μυστικό παρά να το προτείνω. Θέλω να προσθέσω πράγματα μα δεν νιώθω έτοιμος να διαγράψω όσα χρειάζεται να διαγραφούν, κινδυνεύω να αποκλειστώ στο σκηνικό: ένα τραπέζι, τρεις καρέκλες, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, ανυπόφορη ζέστη, ζωή κολλημένη σε ρεύματα, πρότυπα κι εμμονές. Κάτι γίνεται.

Όπως ο Μοντάρτ διατελεί «παραστάτης της μοναξιάς του», το έργο αποτελεί οριακό μέρος της ποίησης στην οποία λειτουργεί. Ο Μοντάρτ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεταφυσικός παρείσακτος εάν η επικράτεια κοινού τόπου και χρόνου δεν εντοπιζόταν στην ιδιότητά του: ένα λείμμα που η απόρριψή του δεν είναι εφικτή γιατί απέσυρε τις σημασίες και τις ερμηνείες που αποτελούσε και τώρα δεν αποτελεί τίποτα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/montart/

Γιώργος Αναγνώστου, Diasporic Anxiety [Διασπορική Ανησυχία]

Το γνωρίζουμε, και βέβαια το γνωρίζουμε
Μας στοιχειώνουν στοιχεία
Αποδείξεις τρανές
Της αλήθειας ο λέων εξαγριωμένος
βρυχάται πλέον.
Τα κλεμμένα εδώ, τα κλεμμένα εκεί
Τα τριπλά κλεμμένα παραπέρα
Κλαμένοι δημόσιοι πόροι
Δρόμοι κλανιά ασφάλτου χυμένη
Βρωμάει το κόλπο φακελάκια δυσωδίας
Εργολάβοι, ελεγκτές, πολυμήχανοι
μηχανικοί, περιφερόμενοι περιφερειακοί
εποχιακοί επαρχιακοί
Διπλής μόνωσης μεζονέτες
επ-ενδύσεις μπετόν αρμέ εν Αθήναις.
Mug-yeah, me, me!
(μαγκιά μου, ελληνιστί)
Τα κλεμμένα εδώ, τα κλεμμένα εκεί
Το κλασμένο δημόσιο χρήμα
Πράι-βετ Ριάλια Eστέιτ
Βίλλες plush, διαμερίσματα τώρα Airbnb plus
Κολασμένα.

*

Τους γνωρίζουμε, κάπως τους γνωρίζουμε
Μπορεί, ίσως, ίσως όχι
Μα να, σκάνε μύτη στην σκηνή
κάτι τύποι Ελληνοαμερικανοί
Jet lagged, ζαλισμένοι
Πarea ωραία, αστειάκια, θυμηδία
καλοκαιρινή, mojo αλχημιστές
το καλεί η επιστροφή. Υπερφορτωμένοι
ως επί το πλείστον––Didn’t look up
minded the gap––
ροδάκια τους δρομολογούν
εκεί που έχουν φυσήξει στο περίπου
του Airbnb το ζάρι
η έρμα νέα ξενιτιά
κατάλυμα
να βρει.

Σύννεφα λοιπόν διακρίνονται, το κέφι σκιάζουν.
Παίρνει το μάτι μας το κοινό τους μερτικό
Άκληροι, απουσία στέγης κληρονομημένης
σταθερή η μέσα τους μελαγχολία.
Φαντάσματα φτώχειας παλιάς το
θέμα προκαλεί, μνήμες γονέων εργατιάς
πληγές άγνωστες σ΄αυτές η λέξη νοσταλγία.

*

Βάσανο επίσης οικείο, στριγκλίζει άγχος του καταλύματος η τιμή.
Άσχετοι με την πρώτη μας στροφή
βλέπετε δεν είναι––ψαγμένους τους βρίσκω
περί άπληστων ληστών, της
θείας τους τώρα Κώσταινας άπλυτων γλουτών.
Ανίσχυροι όμως, ξένοι στο παζάρι
heir-bee & bee, ανήσυχοι
Αφόρητη υποψία
Μέλισσας κεντρί στα σωθικά
μη και
Σε κάποιου σύγχρονου μπέη που το
πλιάτσικο το έκανε ρίμα
––Λουτρό πλούτου, δημόσιο τσίρκο
λεηλασία γης αρπακτικό ρήμα
––Άρπαξε φιλέτο, παραβίασε ρήτρα
Σε αυτού τα τσιφλίκια δόλου
τα $άκια τους––με ιδρώτα μουλιασμένα
σε χλωρίνη πισίνας εξατμισθούν
σε χρυσαφένιες ξαπλώστρες βουτάνιο για πούρα…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://diasporic-skopia.blogspot.com/2023/09/diasporic-anxiety.html?fbclid=IwAR1YrUvJniWRe–3HwQ4mtbO69DCC5ruCBC7Fc8SQ2U67bFA1Jg_VmGKn2oψ


Marin Sorescu, The wind / Ανεμος

He collects leaves,
puts them together,
paper in red, blue, green,
written on sheets,
pushpins stuck in them.

Passing by he bends,
about books.
his lifelong,
my God, so much paper!
so many rags!

He collects them,
bundles them
day in and day out, his entire life -.
You ask “Where to?”’
“Nowhere, I throw them away.

*

ΑΝΕΜΟΣ

Μαζεύει τα φύλλα
κάνει ένα σωρό
σε κόκκινο χαρτί, μπλέ, πράσινο
τα στερεώνει σε φύλλα χαρτιού
με καρφίτσες
καθώς περνά σκύβει
πάνω απ’ τα βιβλία
ολόκληρης ζωής
Θεέ μου, τόση χαρτούρα
τόσα κουρέλια
τα μαζεύει
τα ταχτοποιεί
κάθε μέρα, όλη μέρα, όλη του τη ζωή
και ρωτάς: για ποιό σκοπό;
Δεν υπάρχει λόγος, τα σκορπίζω ένα γύρο

*Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / Translation: Manolis Aligizakis

Ανέστης Ευαγγέλου (1956-1993), Τρία ποιήματα

ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ

Πόσες φορές δε σ΄αναζήτησα μέσα στον ύπνο,
παλιά, ξεχασμένη μορφή, αγλαϊσμένη από το χρόνο·
πόσες φορές καραδοκώντας στις σκοτεινές γωνιές της μνήμης
πέφτοντας πάνω μου μ’ όλο το αιθέριο βάρος σου
δείχνοντας αδυσώπητα το σκεπασμένο πρόσωπό μου
σαρκάζοντας τα συντριμμένα μέλη.

Πόσες φορές
παλιά, ξεχασμένη μορφή, ανάμνηση
του τι υπήρξαμε κάποτε.

*

ΕΔΩ

Εδώ που βρίσκομαι τώρα, μέσα μ’ αυτούς
τους σκοτεινούς λασπωμένους δρόμους όπου προχωρούμε,
όλο προχωρούμε μέσ’ από γούβες ψηλαφώντας,
τυφλοί μές στο σκοτάδι και την καταχνιά
βουτώντας ώς τα γόνατα στην παχιά λάση-
εδώ που βρίσκομαι σε σάς μιλώ
εγώ ο φτωχός καθώς εσείς, ο έρημος,
γυμνός μέσα στα βρώμικα νερά σε σάς μιλώ
εδώ που τώρα βρίσκομαι, εδώ
που τα κοράκια διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.

*

ΠΡΟΛΑΒΕ ΠΟΙΗΣΗ

Τούτη την τελευταία ώρα που νιώθω κιόλας
να τρίζουν τα θεμέλιά μου, που ακούω
οι μυστικοί μου αρμοί να παίζουν, απειλώντας με
κάθε στιγμή να πέσω και να σωριαστώ-
τούτη την ύστατη ώρα
πρόλαβε, ποίηση
λέξεις
αίμα από το αίμα μου
από τη σάρκα μου σάρκα
πρόλαβε, ποίηση
πριν έρθει η νύχτα
να διασώσω κάτι από το προσωπό μου

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως”, 1960.

Αλέκος Λούντζης, Σημείο φυγής

Γδέρνεις την επιφάνεια με το νύχι
όλο και πιο μακάβρια η άσκηση
πόσος εαυτός κάτω απ’ τα στερεότυπα
φεύγει σάρκα μαζί με κάθε ράμμα

στροφή τριάντα μοιρών
ακριβώς στο σημείο φυγής
όχι προς θεού να γυρίσεις το μάγουλο
Απλώς να δείξει το καλό προφίλ

Όταν ο φακός εστιάζει
κάθε αντίθεση βγάζει μάτι
ανά ζεύγος, τάξη και γωνία λήψης
Στενός παράδεισος μικρών διαφορών

Όσο απομακρύνεται
παγώνει και αποτυπώνει
συνοικίες σαν ρυτίδες στο μέτωπο
αυτών, ημών, των άλλων

Ίλιγγος σε δέσμη από κουκκίδες
Κάθε παύση ανυπόφορη
κάθε υποσημείωση
ορφανή από αναφορά

Οι επόμενοι
αναμενόμενοι
όσο εμείς

Ό,τι ακολουθεί διαμείφθηκε εν τω μεταξύ

στην εμμενή απόπειρα να βρεις
Μια ελάχιστη ρωγμή
για να μη μείνουν όλα στη θέση τους.

*Από τη συλλογή “Οι επόμενοι εμείς”, εκδ. Στιγμός, 2021.

Θένια Πραντίκου – Μαρία Μπουσδέκη, Δύο ποιήματα

Μαμά Μάγδα

Αν μια μέρα χτυπήσει το τηλέφωνο
Αν μια μέρα σου πουν πως είμαι πλέον αιχμάλωτη
Αν μια μέρα σου πουν πως με χτύπησαν βαριά
Αν μια μέρα σου πουν πως με σκότωσαν
Ένα πράγμα θέλω, μάνα
Στάσου σαν κι εκείνη

*

Οι μέρες τους

Οι μέρες τους
Εκείνες οι πολύ ζεστές
Ή χειρότερα οι βροχερές
Ή οι χιονισμένες
Εκείνες που τελικά γυρίζουν σπίτι
Κάποιοι
Οι μέρες αυτές που παύουν να περνιούνται για άνθρωποι
Οι μέρες εκείνες που κάποιοι πλουτίζουν και άλλοι
ικανοποιούν την ανάγκη τους να τους υπηρετούν
Οι μέρες τους αυτές είναι εφιάλτες
Μα μια μέρα δε θα δουλέψουν
Μια μέρα σαν εκείνη θα κατέβουν χιλιάδες μαζί τους
σε δύο ρόδες
Και θα πληρώσουν οι υπαίτιοι για αυτές τις μέρες που
η καρδιά τους κι η καρδιά μας
χτυπούσε δυνατά
μην τυχόν και κάτι πάθουν

*Από τη συλλογή “Λέξεις που γεννήθηκαν στο δρόμο”, εκδ. Δυσήνιος Τύπος, 2022.

Ελευθερία Θάνογλου, Οι μέρες μίκρυναν για μεγάλες επαναστάσεις

Κι όμως
κάτι ακούστηκε
κείνο το βράδυ που μας πλησίαζε το κακό˙
κείνος ο κρότος, σα σπάσιμο
ξερού κλαδιού πίσω απ’ τα δέντρα˙
αλλά εμείς είχαμε ξεχάσει από καιρό
ν’ αναγνωρίζουμε τέτοιους ήχους.
Κι όμως
κάτι ξεχωρίσαμε
κείνο το βράδυ˙
μα είναι υπόθεση σοβαρή για έναν τυφλό
ν’ αναγνωρίσει το σκοτάδι μέσα στο σκοτάδι
και το ψηλάφισμα θέλει χέρια ζωντανά.
Ν΄ ανοίξουμε, μας είπαν, έναν λάκκο,
σαν βάρος περιττό πετάξαμε τα δικά μας.
Δυο άκρα κρεμασμένα, μας είπαν, τι οφελούν;
Τα δάση πλέον καίγονται χωρίς το τρίξιμο δυο ξύλων.
Τι οφελούν λοιπόν;
Γροθιά τώρα κανείς δε βρίσκει υψωμένη.
Κι όμως
κάτι σα να υποπτευθήκαμε
κείνο το βράδυ.

*Από τη συλλογή “Οι τίμιοι ψεύτες – Μια τραγική ιστορία ενός κωμικού ανθρώπου”, εκδ. ΑΩ, 2023.

Αναστάσιος Δρίβας (Αθήνα, 1899 –1942), Ποια χέρια τραγουδάνε

Ποια χέρια τραγουδάνε
Τα χέρια της ερωμένης
Όταν η αφή μεθύσει
Με την αφή αγαπημένης
Ξένης σάρκας.
Ποθολυμένο σκίρτησε το γλυπτικό της σώμα.
Σκόρπισε
Τη δροσιά της σελήνης
Τη φλόγα του τριαντάφυλλου
Το τρεμούλιασμα του κεριού
Τον ανασασμό
Ερωτεμένης ανοιξιάτικης νύκτας.

*Από τη συλλογή “Μια δέσμη αχτίδες στο νερό”, εκδ. Προσπέρος 1978 (α΄ έκδοση 1937).