είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν’ κι’ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ’ σ’ αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν’
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι’όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε – φυσικά – δεν μπορεί πια να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π’αγαπούμε είναι σα δάση.
είν’ οι γυναίκες π’αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν’ οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν’ ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
– Οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α–
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
– φιλικές –
προς τα λιμάνια: τις γυναίκες π’αγαπούμε
έχουνε οι γυναίκες π’αγαπούμε θεία την ουσία
κι’ όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ’ όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν’ πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι’ έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ’ όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π’αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ’ εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία
Yearly Archives: 2023
Γιάννης Καρατζόγλου, Επίλογος στο καλοκαίρι
Φυσάει βαρδάρης γέρνει τη φωνή σου
θρυμματισμένη μνήμη στην πόλη που αγαπήσαμε
κουβέντες καθημερινές χαμόγελα αφές
από τετραγωνικά εκατοστά του δέρματός σου
φυσάει αέρας και σκορπίζει τη ματιά σου
μέσα τη μνήμη- ό,τι σου ‘δωσα και πήρα- μόνο
η καταχώρηση στο ημερολόγιο νωπή σχεδόν γραφή
κι αυτή θ’ αρχίσει λίγο-λίγο να ξεθωριάζει
*«Ποιητές της Θεσσαλονίκης» και από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/09/26/epilogos-sto-kalokairi/#like-5356
Diane Di Prima, Τραγούδι για το αγέννητο μωρό
Φαίδων ο Πολίτης, Δύο ποιήματα
ΕΡΓΑΤΙΚΟ
Το βίδωμα τέλειωσε
Ρουφήξαμε τσιγάρο
Ήπιαμε καφέ
Σκουπίσαμε τον τίμιο ιδρώτα
Ντυθήκαμε
Κι ύστερα τραβήξαμε
Προς τα σπίτια
Των ορθοδόξων οικογενειών μας
Σιγά
Με διστακτικά
Κουρασμένα βήματα
Με μισόκλειστα
Μάτια
Τραβήξαμε
Μάιος 1955
*
ΤΥΦΛΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ
Επειδή δεν μας έμεινε
Σχεδόν καθόλου αναπνοή
Επειδή βουβοί λυγμοί μάς ξεχειλίζουν
Επειδή το μένος μας βρίσκεται
Κάτω από την επιφάνεια
Και μάλλον εκεί θα μείνει
Πρέπει να παραιτηθούμε
Του δικαιώματος των στεναγμών
Εμείς οι τυφλοί κροκόδειλοι της γενιάς μας
1959
*Από τη συλλογή «Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι» (1961).
**Φαίδων ο Πολίτης: Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Φαίδωνα Ιωαννίδη. Γεννήθηκε το 1928 στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί με την πατρική του οικογένεια εγκαταστάθηκε από πολύ μικρός στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε. Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στην Αγγλία και στο Λος Άντζελες της Αμερικής. Πέθανε από καρδιακό νόσημα το 1986.
Ποιητικές συλλογές:
«Σαχάρα – In Memoriam», 1951
«Ersatz?», 1953
«Adios», 1953
«Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι», 1961
«Φαίδων ο Πολίτης, Ποιήματα» (εισαγωγή & επιλογή Ντίνου Χριστιανόπουλου), εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1988
***Τα ποιήματα και τα βιογραφικά στοιχεία είναι από εδώ: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=11780.msg152780#msg152780
Νίκη Χαλκιαδάκη, Ξύλο που δεν σαπίζει
Όταν φτάσαμε στο βου και ήρθε η σειρά μου είπα βάλανος
με χαστούκισες γιατί ήσουν δάσκαλος
είχες περάσει τις εξετάσεις σου τις παιδαγωγικές
μα εγώ ήμουν παιδί και εκείνη τη Δευτέρα το ομολογώ πως είχα πιει
Μπορούσα να πω ότι εννοούσα βελανίδι ή να περιμένω το δέλτα
να πω δρυς να μου βάλεις άλφα
δεν ήθελα όμως βελανίδι, καρπό, φυτό δικοτυλήδονο
το ζωγράφισα κιόλας στον τοίχο του σχολείου
αυτό -το παραδέχομαι- έκανε τα πράγματα κάπως χειρότερα
Ρώτα με τώρα αν θες και εγώ μπροστά σε όλους θα πω
βιβλίο, βάτραχος, βουνό ή βόστρυχος
μόνο μην αλλάξουμε γράμμα και γίνει καμία παρεξήγηση
Πόσο να κρατηθώ και εγώ από λέξεις που δεν με κινδυνεύουν
*Από τη συλλογή μικρές κανίβαλες, εκδ. Μανδραγόρας, 2022.
Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μονοσάνδαλος
Ο θόρυβος μιας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
Να βρει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει
Πώς ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται
*Από τη συλλογή “Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν”, εκδ. Σμίλη, 2019.
Θεόδωρος Ντόρρος, Τα γινομένα
Τα όμορφα -μεγάλα- γινομένα
φτάνει να δίνουν σεβασμό και δάκρυα.
Μα ό,τι κάνει τη ζωή μας
-εκείνηνε που δρα-
πρέπει να θέλει το ξεγίνομα
της καθισμένης της προσπάθειας
που ’μεινε μόνο κόπος,
και χωρίστηκε
στο γύρεμα της γνώσης,
στο ξέχασμα μέσ’ στου κορμιού μας το βασίλειο,
στον νου μας την κατάχτηση πάνω στους άλλους
και στον ίδιο εαυτό μας,
στις ομορφιές. Τέτοιες, δεν έφτιασαν,
δεν είδανε ως τα σήμερα καμιά, απόλυτη.
Γιατί οι αληθινές δε φανερώνουνται σε κόσμο που ‘ναι
θρονιασμένη η ασχημιά πονηρεμένης βαρβαρότητας.
Κι όσοι, ανάμεσά του, προσπαθήσαν
να τις ιδούνε, να τις φτιάξουνε, εγελαστήκαν.
Μεγαλωμένος σήμερα. Μ’ ό,τι μου δόθηκ’ απ’ τη
φύση κι απόμειν’ απ’ των άλλωνε τα κέφια.
Δε σέρνουμαι απ΄ τους αιώνες πίσω μου,
τους κρατημένους στα μουσεία, στα ερείπια,
και που ακουω να μου λέν ότι τρέχουνε ακόμα
μέσ’ στο αίμα μου.
Ούτε τραβιέμαι ΄άθελα μέσ΄ στο σκοτάδι
κείνων που θα ΄ρθούνε.
Οι λίγοι που κρατιώνται ζωντανοί
μ ο ν ά χ α
για ένα έ π ε ι τ α καλύτερο της ράτσας μας, μισούν
τα φίλτρα που κολλούν στα γινομένα της ζωής μας,
σαν το παιδί στη μάννας την ποδιά.
Η όρεξη για δράση
πρωτοφανέρωμα ζωής,
της μόνης,
σαρκωμένης,
πάντα καινούριας
-όπως είναι-
μπρος στη γδυτή ψυχή μας
και στην τέτοια γνώση μ ό ν ο
που μπορεί να στέκετ’ εκεί μπρος.
*Από το βιβλίο “Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, σε γενική επιμέλεια Μαρίας Αθανασοπούλου.
Julio Llinas (1929-2018), Οι φυσικές επιστήμες
Μαζί με τους βράχους
το μαύρο ακτινιβόλο αλάτι
Αφτιά!
Τρίζουν οι στοιβάδες της Γης
φαγωμένες απ’ τον ύπνο
ενώ τις πατάει μια ηρεμία κολάσεως.
Πού είναι ο άνθρωπος που ξαναγεννιέται
μέσ’ απ΄ τις στάχτες κάποιας μεγάλης ποίησης;
Το χρυσό χέρι
που εγκαινιάζει κι αναπτύσσει
τις φυσικές επιστήμες;
Λόγια,
ερπετά της ασφυξίας.
*Περιλαμβάνεται στον βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Jorge Luis Borges, Ποίημα στους φίλους
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.
*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.
Σαλώμη, Άστολοι
Εμένα δε τολμώ να αγαπήσω
σφίγγω τα δόντια μέχρι να ματώσω
κι όταν αφήνομαι, ξεχνάω
ξεχνάω να χαμογελάω
ξεχνώ πως μ΄αγαπάς
όχι ακόμα, αλλά παντοτινά
όχι παράπλευρα, αλλά συνειδητά
ούτε με προϋποθέσεις και δεσμά
Η φωνή δεν τρέμει πια
τα δάκρυα έπαψαν να τρέχουν
μετράω 25 χρόνια πια
και σε κοιτώ κατάματα
Δεν υπάρχει σάλτσα και ντροπή
το τραπέζι μας ενώνει,
μαζί και το όνομα, τα μάτια, το μυαλό
σα να μοιάζουμε εν τέλει …
Η γλώσσα δεν πικραίνει όπως παλιά
δε σε φοβάμαι πια
υπάρχει σιγουριά στα λόγια μου,
μα δε φωνάζω, δε χρειάζεται
γιατί πλέον ακούς
είσαι εδώ, απέναντί μου
όχι στους εφιάλτες μου
Δε φλέγεται η καρδιά μου
δεν περιμένω χάδια και θαύματα, τα έχω ήδη
δεύτερη ευκαιρία; κερδισμένη
δεύτερη ζωή; ανανεωμένη
*Από εδώ: https://losinnuendos.com/2023/09/19/άστολοι-της-σαλώμης/#like-6433










